Ο τυφλός που έκανε τον γύρο του κόσμου με ένα μπαστούνι
Έμεινε τυφλός στα 25. Αντί να κλειστεί σε ένα κάστρο με εξασφαλισμένο εισόδημα για όλη του τη ζωή, πήρε ένα μπαστούνι με σιδερένια μύτη και έκανε τον γύρο του κόσμου — μόνος, χωρίς χρήματα, χωρίς να ξέρει γλώσσες. Σκαρφάλωσε στον Βεζούβιο ενώ κάπνιζε, συνελήφθη ως κατάσκοπος στη Σιβηρία, κυνήγησε ελέφαντες στην Κεϋλάνη και έγινε πηγή για τον Δαρβίνο. Και μετά, ο κόσμος τον ξέχασε.

Ο αξιωματικός που «έσβησε» στα 25
Ο Τζέιμς Χόλμαν γεννήθηκε στις 15 Οκτωβρίου 1786 στο Έξετερ της Αγγλίας, γιος φαρμακοποιού. Δώδεκα χρονών μπήκε στο Βασιλικό Ναυτικό, στην κορύφωση των Ναπολεόντειων Πολέμων, και στα είκοσι ήταν ήδη υποπλοίαρχος. Το 1810, υπηρετώντας στη φρεγάτα Guerriere στα ανοιχτά της Αμερικής, τον χτύπησε μια μυστηριώδης αρρώστια: πρώτα του πάγωσε τις αρθρώσεις με αφόρητους πόνους και μετά, σιγά σιγά, του πήρε το φως. Στα 25 του ήταν εντελώς και οριστικά τυφλός.
Το ναυτικό τον τίμησε όπως ήξερε: το 1812 τον έκανε «Ναυτικό Ιππότη του Ουίνδσορ», με δωρεάν στέγη και τροφή για όλη του τη ζωή μέσα στο ίδιο το κάστρο του Ουίνδσορ. Η μόνη του υποχρέωση ήταν να παρακολουθεί τη λειτουργία δύο φορές την ημέρα. Για έναν άνθρωπο σαν τον Χόλμαν, αυτό ήταν θάνατος σε δόσεις. Η ακινησία τον αρρώσταινε κυριολεκτικά. Ζήτησε άδεια «για λόγους υγείας» και πήγε στο Εδιμβούργο να σπουδάσει ιατρική — τυφλός, ανάμεσα σε φοιτητές που διάβαζαν από βιβλία.
«Βλέπω καλύτερα με τα πόδια μου»
Εκείνα τα χρόνια έφτιαξε το εργαλείο που θα τον πήγαινε παντού: ένα απλό μπαστούνι με μεταλλική μύτη. Χτυπώντας το στο έδαφος, άκουγε τον ήχο να επιστρέφει από τοίχους, δέντρα, πόρτες, ανθρώπους — και «διάβαζε» τον χώρο γύρω του. Σήμερα αυτό λέγεται ανθρώπινη ηχοεντοπισμός, η ίδια αρχή που χρησιμοποιούν οι νυχτερίδες και τα δελφίνια. Ο Χόλμαν είναι μία από τις πρώτες καταγεγραμμένες περιπτώσεις στην ιστορία. Περπατούσε με τη στολή του, όρθιος, χωρίς να καλύπτει τα μάτια του, και όπως είπε ο ίδιος: «Βλέπω τα πράγματα καλύτερα με τα πόδια μου».
Το 1819, αντί να γυρίσει στο Ουίνδσορ, ξεκίνησε μόνος για την ηπειρωτική Ευρώπη. Δεν ήξερε ούτε λέξη γαλλικά. Διέσχισε τη Γαλλία για έναν χρόνο, πέρασε στην Ιταλία, ανέβηκε στον τρούλο του Αγίου Πέτρου και, το 1821, σκαρφάλωσε στον Βεζούβιο την ώρα που το ηφαίστειο ήταν σε δραστηριότητα. Ο βιογράφος του Τζέισον Ρόμπερτς περιγράφει τη σκηνή: πάνω στο εύθραυστο χείλος του κρατήρα, μέσα σε σύννεφα θειαφιού, οι μόνοι που φοβούνταν ήταν οι βλέποντες συνοδοί του. Ο τυφλός προχωρούσε σταθερά.

Κρατούσε σημειώσεις με ένα «νοκτογράφο», μια συσκευή γραφής για τυφλούς με σύρματα-οδηγούς που κρατούσαν τις γραμμές ίσιες. Όταν γύρισε, το βιβλίο του έγινε μπεστ σέλερ και η Αγγλία του έδωσε το παρατσούκλι που θα τον ακολουθούσε: ο Τυφλός Ταξιδιώτης.
Ο «κατάσκοπος» της Σιβηρίας
Το 1822 έβαλε έναν στόχο που ακουγόταν τρελός ακόμα και για βλέποντα: να διασχίσει όλη τη Ρωσία και τη Σιβηρία από τα δυτικά προς τα ανατολικά και να φτάσει στην Αμερική. Έφτασε μέχρι το Ιρκούτσκ, στα σύνορα με τη Μογγολία — χιλιάδες χιλιόμετρα με έλκηθρα και άμαξες, μέσα στον σιβηρικό χειμώνα. Εκεί τον σταμάτησε η αστυνομία του Τσάρου. Οι αρχές δεν πίστευαν ότι ένας τυφλός μπορούσε να ταξιδεύει έτσι· τον θεώρησαν Βρετανό κατάσκοπο που ήθελε να μάθει τα μυστικά της Ρωσοαμερικανικής Εταιρείας. Τον κράτησαν υπό φρούρηση και τον συνόδευσαν με τη βία πίσω, ως τα σύνορα της Πολωνίας. Μέσα στα δωμάτια όπου τον κρατούσαν, στο απόλυτο σκοτάδι, έγραφε γράμματα με τον νοκτογράφο του.
Ο γύρος του κόσμου
Το 1827 ξεκίνησε ξανά, από την άλλη πλευρά. Επιβιβάστηκε στο πολεμικό Eden, που πήγαινε στη Δυτική Αφρική για να χτυπήσει το δουλεμπόριο, και στο νησί Φερνάντο Πο (σημερινή Ισημερινή Γουινέα) βοήθησε στην αποστολή. Οι Βρετανοί έδωσαν αργότερα το όνομά του σε ένα ποτάμι του νησιού, τον ποταμό Χόλμαν. Από εκεί πέρασε στη Βραζιλία, στη Νότια Αφρική, στη Ζανζιβάρη, στην Κεϋλάνη — όπου κυνήγησε ελέφαντες πάνω σε άλογο —, στην Ινδία, στην Κίνα και στην Αυστραλία. Στην Καντόνα, το 1830, ο ζωγράφος Τζορτζ Τσίνερι τον απαθανάτισε στο πορτρέτο που βλέπετε παραπάνω.
Το 1832 ολοκλήρωσε τον γύρο του κόσμου: ο πρώτος τυφλός άνθρωπος στην ιστορία που το κατάφερε. Το 1846 είχε πατήσει σε κάθε κατοικημένη ήπειρο του πλανήτη. Η Βασιλική Εταιρεία τον έκανε μέλος της. Ο Κάρολος Δαρβίνος, στο Ταξίδι του Μπιγκλ, τον αναφέρει ως πηγή του για τη χλωρίδα του Ινδικού Ωκεανού. Οι περιγραφές του για τη Ζανζιβάρη, τις Σεϋχέλλες και τη Μαδαγασκάρη χρησιμοποιούνται από ανθρωπολόγους μέχρι σήμερα.

Πώς τον «έσβησαν» δεύτερη φορά
Και εδώ η ιστορία γίνεται πικρή. Όσο έλειπε στη Σιβηρία, ένας αντίζηλος εξερευνητής, ο πλοίαρχος Κόχρεϊν, ξεκίνησε εκστρατεία δυσφήμισης εναντίον του. Το επιχείρημα ήταν απλό και σκληρό: τι αξία έχει η μαρτυρία ενός τυφλού; Πώς μπορεί να «περιγράφει» τόπους που δεν είδε; Και, ακόμα χειρότερα για τους επαγγελματίες εξερευνητές της εποχής: πώς να πεις ότι ένα μέρος είναι άγριο και απρόσιτο, όταν έχει πάει εκεί ένας τυφλός με ένα μπαστούνι;
Το κοινό βαρέθηκε τη «φίρμα». Τα βιβλία του έπαψαν να ανατυπώνονται, τα νέα του χειρόγραφα δεν βρήκαν εκδότη. Εκείνος όμως δεν σταμάτησε — δεν μπορούσε. Οι γιατροί του συμφωνούσαν ότι η μυστηριώδης πάθησή του υποχωρούσε μόνο με «αλλαγή αέρα και τοπίου». Τα τελευταία του ταξίδια τον έφεραν στην Ισπανία, στην Πορτογαλία, στη Μολδαβία, στο Μαυροβούνιο, στη Συρία και στην Τουρκία. Πάντα μόνος. Πάντα, όπως έλεγε, εμπιστευόμενος «τη θεία προστασία και τη συμπάθεια των ανθρώπων».
Πέθανε στο Λονδίνο στις 29 Ιουλίου 1857, στα 70 του, μία εβδομάδα αφότου τελείωσε την αυτοβιογραφία του. Το χειρόγραφο δεν εκδόθηκε ποτέ και θεωρείται χαμένο. Τον έθαψαν στο κοιμητήριο του Χάιγκεϊτ. Σύμφωνα με εκτιμήσεις των βιογράφων του, είχε διανύσει περίπου 400.000 χιλιόμετρα — όσο η απόσταση από τη Γη ως τη Σελήνη — σε μια εποχή χωρίς τρένα, χωρίς ατμόπλοια στα περισσότερα δρομολόγια, χωρίς τίποτα πέρα από άμαξες, πλοία με πανιά, μουλάρια και τα πόδια του. Ρεκόρ που δεν έσπασε κανείς μέχρι τον 20ό αιώνα.

Η επιστροφή
Το 1866, εννιά χρόνια μετά τον θάνατό του, ο δημοσιογράφος Ουίλιαμ Τζέρνταν έγραψε: «Από τον Μάρκο Πόλο ως τον Μάνγκο Παρκ, ούτε τρεις από τους πιο διάσημους ταξιδιώτες μαζί δεν θα ξεπερνούσαν την έκταση και την ποικιλία των χωρών που διέσχισε ο τυφλός συμπατριώτης μας». Μετά, σιωπή για 140 χρόνια.
Το 2006 ο Αμερικανός συγγραφέας Τζέισον Ρόμπερτς τον ξανάφερε στο φως με τη βιογραφία A Sense of the World («Μια αίσθηση του κόσμου»), φιναλίστ για το βραβείο των Αμερικανών κριτικών. Και από το 2017 το ίδρυμα LightHouse του Σαν Φρανσίσκο απονέμει κάθε χρόνο το Βραβείο Χόλμαν: 25.000 δολάρια σε τρεις τυφλούς ανθρώπους για να πραγματοποιήσουν ένα δικό τους τολμηρό σχέδιο. Μία από τις βραβευμένες, η τυφλή Βρετανίδα δημοσιογράφος Μοντ Ρόουελ, πέρασε έναν χρόνο ταξιδεύοντας μόνη στην Ιαπωνία — από ακατοίκητα νησιά ως ηφαίστεια — ακολουθώντας, όπως λέει, τα βήματα ενός ανθρώπου που «είδε ολόκληρο τον πλανήτη χωρίς να χρησιμοποιήσει ποτέ τα μάτια του».
- Wikipedia: James Holman
- Jason Roberts, «About the Blind Traveler» (A Sense of the World, 2006)
- The Guardian, «Visions of a travelling man» (2006)
- ExplorersWeb, «Legends Series: James Holman» (2020)
- Hidden Compass, Maud Rowell, «Into the Shimmering Void» (2025)
- Wikimedia Commons: εικόνες (κοινό κτήμα)

Σχόλια 0
Δημοσίευση σχολίου