- Αρχική
- Υπόθεση Λιγνάδη: πού βρίσκεται η δίκη και γιατί είναι ελεύθερος
Υπόθεση Λιγνάδη: πού βρίσκεται η δίκη και γιατί είναι ελεύθερος
Πέντε χρόνια και οκτώ μήνες μετά τη σύλληψή του, ο Δημήτρης Λιγνάδης κάθεται ξανά στο εδώλιο — αυτή τη φορά στο Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, για τρεις κατηγορίες βιασμού αντί για δύο. Είναι ελεύθερος με περιοριστικούς όρους από τον Ιούλιο του 2022, με απόφαση που πάρθηκε με ψήφους 4–3 και παρά την αντίθετη εισαγγελική πρόταση. Στο SAROTIKA απαντάμε στα τέσσερα ερωτήματα που μας θέτουν οι αναγνώστες: τι έχει αποφασιστεί, γιατί δεν βρίσκεται στη φυλακή, τι λένε οι καταγγέλλοντες και πού βρίσκεται σήμερα η δίκη.
Σε μία παράγραφο: πού βρισκόμαστε στις 19 Οκτωβρίου 2026
Ο πρώην καλλιτεχνικός διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου έχει καταδικαστεί πρωτόδικα, τον Ιούλιο του 2022, σε συνολική κάθειρξη 12 ετών για δύο βιασμούς 17χρονων το 2015, στην Αθήνα και στην Επίδαυρο. Η έφεσή του έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα, δηλαδή η ποινή δεν εκτελείται μέχρι να κριθεί η υπόθεση σε δεύτερο βαθμό. Η δίκη στο Εφετείο άρχισε στις 5 Ιουνίου 2026, μετά από τρεις αναβολές, και στις 17 Ιουνίου το δικαστήριο έκανε δεκτή την έφεση της Εισαγγελίας Εφετών: ο κατηγορούμενος δικάζεται ξανά και για τρίτη πράξη βιασμού, σε βάρος τότε 16χρονου, για την οποία είχε αθωωθεί πρωτόδικα λόγω αμφιβολιών, ενώ επανεξετάζεται και το ύψος της ποινής. Η τελευταία συνεδρίαση έγινε την Παρασκευή 16 Οκτωβρίου, με πολύωρη εξέταση ενός καταγγέλλοντος από την υπεράσπιση. Ο ίδιος ο κατηγορούμενος αρνείται όλες τις κατηγορίες.
Δεδομένο: Δεν υπάρχει καμία νέα απόφαση για την κράτησή του· το καθεστώς του είναι αυτό που όρισε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο τον Ιούλιο του 2022. Εκτίμηση: Το μόνο που μπορεί να αλλάξει το καθεστώς αυτό είναι η απόφαση του Εφετείου επί της ουσίας — ή παραβίαση των όρων που του έχουν επιβληθεί.

Ο Δημήτρης Λιγνάδης επί σκηνής στον «Βυσσινόκηπο» του Τσέχοφ, Θέατρο Δημήτρης Χορν, Ιανουάριος 2019. Φωτογραφία: FocalPoint, CC BY-SA 4.0, μέσω Wikimedia Commons.
Το χρονικό: από τη σύλληψη του 2021 στην καταδίκη του 2022
Η υπόθεση άνοιξε τον Φεβρουάριο του 2021, μέσα στο κύμα καταγγελιών του ελληνικού #MeToo στον χώρο του θεάτρου. Ο Λιγνάδης παραιτήθηκε από το Εθνικό Θέατρο στις αρχές του μήνα και συνελήφθη στις 20 Φεβρουαρίου 2021, μετά από καταγγελίες για σεξουαλική βία σε βάρος ανηλίκων. Παρέμεινε προσωρινά κρατούμενος στις φυλακές Τρίπολης για 17 μήνες.
Η πρωτοβάθμια δίκη άρχισε στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Αθηνών στις 11 Φεβρουαρίου 2022 με τέσσερις κατηγορίες βιασμού. Η απόφαση εκδόθηκε στις 13 Ιουλίου 2022: ένοχος κατά πλειοψηφία για τους βιασμούς δύο 17χρονων το 2015 — στην Αθήνα και στην Επίδαυρο — και αθώος για δύο ακόμη πράξεις: λόγω αμφιβολιών, με ψήφους 5–2 των ενόρκων, για τον πρώτο μηνυτή, ο οποίος ήταν 16 ετών κατά τον χρόνο της καταγγελλόμενης πράξης, και ομόφωνα για έναν ενήλικο καταγγέλλοντα που δεν εμφανίστηκε ποτέ στο δικαστήριο. Αξίζει να σημειωθεί ότι και στις δύο καταδίκες η πρόεδρος της έδρας και μία ακόμη τακτική δικαστής μειοψήφησαν, εκτιμώντας ότι έπρεπε να κηρυχθεί αθώος λόγω αμφιβολιών· η πλειοψηφία διαμορφώθηκε από τους ενόρκους. Η συνολική ποινή, κατά συγχώνευση, ορίστηκε σε 12 χρόνια.
Δεδομένο: Η πρωτόδικη καταδίκη υπάρχει και είναι βαριά, αλλά ήταν οριακή ως προς τη σύνθεση της πλειοψηφίας. Εκτίμηση: Αυτή ακριβώς η οριακότητα εξηγεί γιατί η Εισαγγελία Εφετών επέλεξε να ανοίξει ξανά ολόκληρη την υπόθεση αντί να περιοριστεί στην έφεση του κατηγορουμένου.
Βίντεο: ΕΡΤ — το ρεπορτάζ της ημέρας της πρωτόδικης απόφασης και της χορήγησης ανασταλτικού αποτελέσματος (13 Ιουλίου 2022).
Γιατί είναι εκτός φυλακής: η απόφαση 4–3 και το άρθρο 497
Το ερώτημα που επανέρχεται συχνότερα είναι πώς ένας άνθρωπος καταδικασμένος σε 12 χρόνια κάθειρξη για βιασμούς ανηλίκων βρίσκεται στο σπίτι του. Η απάντηση είναι δικονομική και έχει ημερομηνία: 13 Ιουλίου 2022, αμέσως μετά την ανακοίνωση της ποινής.
Ο εισαγγελέας της έδρας είχε προτείνει να μη δοθεί ανασταλτικό αποτέλεσμα στην έφεση, με δύο επιχειρήματα: ότι ο καταδικασθείς είναι ύποπτος τέλεσης νέων αδικημάτων και ότι δεν είχε υπάρξει καμία αναγνώριση εκ μέρους του των πράξεων για τις οποίες κρίθηκε ένοχος. Το δικαστήριο απέρριψε την πρόταση με ψήφους 4 έναντι 3. Μειοψήφησαν δύο ένορκοι και μία τακτική δικαστής, που είχαν τη γνώμη ότι έπρεπε να παραμείνει στη φυλακή. Οι περιοριστικοί όροι επιβλήθηκαν ομόφωνα: απαγόρευση εξόδου από τη χώρα, εμφάνιση τρεις φορές τον μήνα στο αστυνομικό τμήμα του τόπου κατοικίας του και χρηματική εγγύηση 30.000 ευρώ, η οποία καταβλήθηκε και ο Λιγνάδης αποφυλακίστηκε την επόμενη ημέρα, 14 Ιουλίου 2022.
Η νομική βάση είναι το άρθρο 497 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Ο κανόνας στο ελληνικό δίκαιο είναι ότι η έφεση κατά καταδικαστικής απόφασης έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα· η εξαίρεση — να οδηγηθεί κάποιος στη φυλακή πριν η καταδίκη γίνει αμετάκλητη — απαιτεί ειδική και αιτιολογημένη κρίση του δικαστηρίου ότι οι περιοριστικοί όροι δεν αρκούν, ότι ο κατηγορούμενος δεν έχει γνωστή και μόνιμη διαμονή ή ότι έχει κάνει προπαρασκευαστικές ενέργειες φυγής. Το δικαστήριο, κατά πλειοψηφία, έκρινε ότι οι όροι αρκούν. Η απόφαση αναγνώστηκε εν μέσω έντονων αποδοκιμασιών από το ακροατήριο και την πλευρά των καταγγελλόντων.
Από τότε, το καθεστώς αυτό δεν έχει μεταβληθεί. Όταν η δίκη στο Εφετείο άρχισε, στις 5 Ιουνίου 2026, ο κατηγορούμενος δήλωσε στο δικαστήριο άνεργος, διευκρινίζοντας ότι παραδίδει ιδιαίτερα μαθήματα Αρχαίων και Ιστορίας ως φιλόλογος.
Δεδομένο: Η αποφυλάκιση δεν ήταν «παραθυράκι»· ήταν εφαρμογή του κανόνα του ΚΠΔ, με οριακή πλειοψηφία και παρά την εισαγγελική πρόταση. Εκτίμηση: Το ότι ο νόμος το επιτρέπει δεν σημαίνει ότι η κοινωνία το κατανόησε — και εκεί βρίσκεται το πραγματικό πολιτικό και θεσμικό ζήτημα, στο οποίο επιστρέφουμε παρακάτω.
Το Εθνικό Θέατρο στην οδό Αγίου Κωνσταντίνου, του οποίου ο κατηγορούμενος υπήρξε καλλιτεχνικός διευθυντής έως τον Φεβρουάριο του 2021. Φωτογραφία: George E. Koronaios, CC0, μέσω Wikimedia Commons.
Η δίκη στο Εφετείο: τρεις αναβολές και μια καθοριστική απόφαση
Η εκδίκαση σε δεύτερο βαθμό αναβλήθηκε τρεις φορές· την τρίτη, στις 10 Νοεμβρίου 2025, λόγω κωλύματος των συνηγόρων υπεράσπισης, με νέα δικάσιμο την 5η Ιουνίου 2026. Εκείνη την ημέρα η διαδικασία άρχισε με ένσταση της υπεράσπισης κατά του παραδεκτού της εισαγγελικής έφεσης στο σκέλος της αθώωσης — ένσταση με την οποία η εισαγγελέας της έδρας συμφώνησε εν μέρει. Αν γινόταν δεκτή, ο κατηγορούμενος θα δικαζόταν μόνο για τις δύο πράξεις για τις οποίες είχε καταδικαστεί.
Στις 17 Ιουνίου 2026 το Μικτό Ορκωτό Εφετείο αποφάσισε ομόφωνα το αντίθετο: έκανε πλήρως δεκτή την έφεση της Εισαγγελίας Εφετών, τόσο ως προς την αθώωση για τον τότε 16χρονο όσο και ως προς το ύψος της ποινής, που κατά την έφεση ήταν χαμηλό σε σχέση με «την απαξία και τη βαρύτητα της πράξης». Αυτό σημαίνει δύο πράγματα: ότι ο Λιγνάδης δικάζεται ξανά για τρεις βιασμούς και ότι η ποινή, αν καταδικαστεί, μπορεί να είναι μεγαλύτερη των 12 ετών. Την επομένη, 18 Ιουνίου, το δικαστήριο απέρριψε αίτημα της υπεράσπισης να διοριστεί ψυχολόγος ή ψυχίατρος ως πραγματογνώμονας για την αξιολόγηση των τριών καταγγελλόντων ως «ευάλωτων μαρτύρων».
Ακολούθησαν συνεδριάσεις στις 2, 9 και 15 Ιουλίου, στις 24–25 Σεπτεμβρίου, στις 5 Οκτωβρίου και στις 13 και 16 Οκτωβρίου. Στις 9 Ιουλίου κατέθεσε ο πρώτος καταγγέλλων· στις 15 Ιουλίου φίλος των καταγγελλόντων· στα τέλη Σεπτεμβρίου ο αυτόπτης μάρτυρας· στις 5 Οκτωβρίου ο καταγγέλλων για το περιστατικό της Επιδαύρου.
Δεδομένο: Το Εφετείο κρίνει πλέον την υπόθεση από μηδενική βάση για τρεις πράξεις. Εκτίμηση: Με τον ρυθμό μίας ή δύο συνεδριάσεων τον μήνα και με την υπεράσπιση να εξετάζει κάθε μάρτυρα επί ώρες, απόφαση πριν από το τέλος του 2026 μοιάζει δύσκολη.
Βίντεο: ΕΡΤ — ρεπορτάζ από τη συνεδρίαση του Εφετείου με την κατάθεση του πρώτου καταγγέλλοντος (9 Ιουλίου 2026).
Τι λέει η πλευρά των καταγγελλόντων
Οι τρεις άνδρες που υποστηρίζουν την κατηγορία έχουν καταθέσει ξανά, πέντε χρόνια μετά τις πρώτες καταγγελίες και έντεκα μετά τα περιστατικά. Στις 9 Ιουλίου ο πρώτος καταγγέλλων περιέγραψε πώς βρέθηκε να φιλοξενείται στο σπίτι του κατηγορουμένου λόγω σοβαρών οικογενειακών και οικονομικών προβλημάτων, και τι υποστηρίζει ότι βίωσε εκεί. Στις 5 Οκτωβρίου ο καταγγέλλων για την Επίδαυρο ξέσπασε σε κλάματα περιγράφοντας τη στιγμή που, όπως είπε, συνειδητοποίησε ότι «ήμουν απλά ένα κομμάτι κρέας στα χέρια του» και πάγωσε. Εξήγησε γιατί δεν κατήγγειλε τότε το περιστατικό: δεν γνώριζε καν ότι μπορούσε και δεν θα είχε στήριξη από την οικογένειά του. Και κατέληξε ότι θέλει πολύ να δικαιωθεί και ότι, ως έναν βαθμό, έχει ήδη νιώσει δικαίωση.
Στις 16 Οκτωβρίου ο ίδιος μάρτυρας εξετάστηκε επί ώρες από τους συνηγόρους υπεράσπισης, που επικεντρώθηκαν στα συναισθήματά του για τον κατηγορούμενο, στην επικοινωνία τους μετά το καταγγελλόμενο περιστατικό και στο γεγονός ότι αργότερα επέλεξε να μείνει στο σπίτι του. Ο καταγγέλλων απάντησε ότι τότε θεωρούσε πως ήταν ερωτευμένος και ότι σήμερα το αντιλαμβάνεται ως χειραγώγηση· ότι δεν αντέδρασε γιατί «σοκαρίστηκα, πάγωσα»· και, στο υποθετικό σενάριο που του έθεσε ο συνήγορος, ότι «η διαφορά είναι η συναίνεση». Στο τέλος της ίδιας συνεδρίασης έγινε κατ' αντιπαράσταση εξέταση δύο μαρτύρων, μετά από επισήμανση της υπεράσπισης για διαφορές στις ώρες που είχαν αναφέρει. Ερωτηθείς από την πρόεδρο αν θέλει να σχολιάσει, ο κατηγορούμενος δήλωσε ότι δεν έχει τίποτα να πει.
Θεσμική στήριξη στους καταγγέλλοντες έχει εκφράσει το Σωματείο Ελλήνων Ηθοποιών, που στις 2 Ιουλίου χαιρέτισε την απόφαση να επανεξεταστεί και η τρίτη υπόθεση και κάλεσε σε συμπαράσταση στα θύματα. Η πλευρά της υποστήριξης της κατηγορίας δεν έχει, από όσο γνωρίζουμε, εκδώσει γραπτή ανακοίνωση μετά τη συνεδρίαση της 16ης Οκτωβρίου· οι θέσεις της εκφράζονται μέσα στην αίθουσα.
Δεδομένο: Οι καταγγέλλοντες εμμένουν στις καταθέσεις τους και υποβάλλονται σε εξαντλητική αντεξέταση. Εκτίμηση: Η γραμμή της υπεράσπισης — συναισθηματική σχέση, καθυστερημένη καταγγελία, συμπεριφορά μετά το περιστατικό — είναι η ίδια που δεν έπεισε την πλειοψηφία των ενόρκων το 2022. Το ερώτημα είναι αν θα πείσει τη νέα σύνθεση.
Το αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου. Το ένα από τα δύο περιστατικά για τα οποία υπάρχει πρωτόδικη καταδίκη φέρεται να σημειώθηκε κατά τη διάρκεια εκδρομής στην περιοχή το 2015. Φωτογραφία: Zde, CC BY-SA 4.0, μέσω Wikimedia Commons.
Οι διακοπές, η πρόεδρος και η επόμενη συνεδρίαση
Η συνεδρίαση της 13ης Οκτωβρίου διακόπηκε χωρίς να εξεταστεί κανείς: ο καταγγέλλων που επρόκειτο να καταθέσει απουσίαζε, σύμφωνα με πληροφορίες λόγω λοίμωξης του αναπνευστικού, και απουσίαζαν και οι υπόλοιποι κλητευθέντες μάρτυρες. Η πρόεδρος της έδρας εξέφρασε έντονη δυσαρέσκεια και κατέστησε σαφές ότι στην επόμενη συνεδρίαση η παρουσία των μαρτύρων είναι αναγκαία για να μην υπάρξουν νέες καθυστερήσεις. Τρεις ημέρες αργότερα, στις 16 Οκτωβρίου, η διαδικασία προχώρησε κανονικά.
Η ημερομηνία της επόμενης συνεδρίασης δεν έχει, έως το πρωί της 19ης Οκτωβρίου, δημοσιοποιηθεί στα ρεπορτάζ που ελέγξαμε. Θα την προσθέσουμε μόλις επιβεβαιωθεί.
Βίντεο: OPEN TV — ρεπορτάζ για το αίτημα της υπεράσπισης να διοριστεί πραγματογνώμονας για τους καταγγέλλοντες, που απορρίφθηκε στις 18 Ιουνίου 2026.
Η άποψή μας
Θα ξεκινήσουμε από αυτό που οφείλει να λέει κάθε σοβαρό δικαστικό ρεπορτάζ: ο Δημήτρης Λιγνάδης είναι πρωτόδικα καταδικασμένος και όχι αμετάκλητα· έχει δικαίωμα σε δεύτερο βαθμό κρίσης και το ασκεί. Οι καταγγέλλοντες, από την άλλη, έχουν δικαίωμα να μην ξαναζούν για τρίτη φορά σε δημόσια αίθουσα τα όσα περιγράφουν — και όμως το κάνουν. Αυτό το ρεπορτάζ δεν παίρνει θέση για την ενοχή. Παίρνει θέση για το σύστημα.
Και το σύστημα έχει δύο προβλήματα που αυτή η υπόθεση εκθέτει καθαρά. Το πρώτο είναι ο χρόνος. Από τη σύλληψη του Φεβρουαρίου 2021 ως σήμερα έχουν περάσει πέντε χρόνια και οκτώ μήνες· από την πρωτόδικη απόφαση, τέσσερα χρόνια και τρεις μήνες. Η έφεση αναβλήθηκε τρεις φορές, μία από αυτές για επτά ολόκληρους μήνες, για λόγους που αφορούσαν το πρόγραμμα συνηγόρων. Σε μια υπόθεση με ανήλικα κατά τον χρόνο των πράξεων θύματα, αυτό δεν είναι απλώς αργή δικαιοσύνη. Είναι δικαιοσύνη που μεταθέτει το κόστος της αναμονής σε αυτούς που έχουν τη μικρότερη δύναμη να το αντέξουν.
Το δεύτερο πρόβλημα είναι η επικοινωνία. Η απόφαση του 2022 να μείνει ελεύθερος ήταν νόμιμη και, όπως εξηγήσαμε, στηρίχθηκε στον κανόνα και όχι στην εξαίρεση του ΚΠΔ. Αλλά ανακοινώθηκε με μία φράση, σε μια αίθουσα που αποδοκίμαζε, χωρίς κανείς θεσμικός παράγοντας να εξηγήσει στην κοινωνία γιατί ο νόμος προβλέπει ό,τι προβλέπει. Τέσσερα χρόνια αργότερα, το «πώς γίνεται να είναι έξω» παραμένει η πρώτη ερώτηση που ακούμε. Όταν η δικαιοσύνη δεν εξηγεί, το κενό το γεμίζουν η οργή και η θεωρία συνωμοσίας — και αυτό βλάπτει πρώτα απ' όλα τη δικαιοσύνη.
Η δική μας θέση: το Εφετείο οφείλει να ολοκληρώσει τη δίκη με πυκνές, προγραμματισμένες συνεδριάσεις και χωρίς νέες μακρές διακοπές, όπως άλλωστε ζήτησε η ίδια η πρόεδρος της έδρας στις 13 Οκτωβρίου. Η Πολιτεία, από την πλευρά της, οφείλει να θεσπίσει επιτέλους ανώτατα όρια στον χρόνο εκδίκασης εφέσεων για κακουργήματα σε βάρος ανηλίκων. Και όλοι εμείς που καλύπτουμε την υπόθεση οφείλουμε να θυμόμαστε ότι, όποια κι αν είναι η απόφαση, τρεις άνθρωποι θα έχουν περάσει έντεκα χρόνια της ζωής τους περιμένοντάς την.

Σχόλια0Πατήστε + για να δείτε ή να γράψετε σχόλιο
Δημοσίευση σχολίου