Παρθενώνας: κόστος, χρυσός, λεηλασίες — σε αριθμούς

από


Πόσο κόστισε ο Παρθενώνας και πόσο θα ήταν αυτό σε σημερινά ευρώ; Πόσα χρόνια χτιζόταν και πρόλαβε ο Περικλής να τον δει τελειωμένο; Ήταν όντως χρυσό το άγαλμα της Αθηνάς — και ποιος το έγδυσε; Και, τελικά, ποιοι από όσους πέρασαν από τον Ιερό Βράχο τον σεβάστηκαν και ποιοι τον λεηλάτησαν: Πέρσες, Έλληνες, Ρωμαίοι, Χριστιανοί, Φράγκοι, Οθωμανοί, Βενετοί, Άγγλοι; Οι αριθμοί, τα κείμενα και οι επιγραφές απαντούν — και η ιστορία καταλήγει στις συνομιλίες που κατέρρευσαν τον Σεπτέμβριο του 2026.

Η Ακρόπολη των Αθηνών με τον Παρθενώνα φωτισμένο το σούρουπο
Η Ακρόπολη το σούρουπο. Ο Παρθενώνας στάθηκε σχεδόν ακέραιος επί 2.100 χρόνια — ώσπου μια βενετική οβίδα το 1687 τον έκανε ερείπιο. Φωτογραφία: Stymphal, Wikimedia Commons, CC BY-SA 4.0.

Ένας ναός πάνω σε στάχτες

Δεδομένο: ο Παρθενώνας δεν είναι ο πρώτος ναός στη θέση του. Μετά τον Μαραθώνα (490 π.Χ.) οι Αθηναίοι άρχισαν έναν μαρμάρινο ναό της Αθηνάς — τον «Προπαρθενώνα». Το 480 π.Χ. ο στρατός του Ξέρξη κατέλαβε την πόλη, πυρπόλησε την Ακρόπολη και κατέστρεψε τον ημιτελή ναό. Οι καμένοι σπόνδυλοι των κιόνων του εντοιχίστηκαν στο βόρειο τείχος του βράχου, όπου φαίνονται ακόμη από την Πλάκα: μια μόνιμη υπενθύμιση. Για τρεις δεκαετίες η Ακρόπολη έμεινε ερείπιο. Όταν το ταμείο της Δηλιακής Συμμαχίας μεταφέρθηκε από τη Δήλο στην Αθήνα (454 π.Χ.) και ο Περικλής κυριάρχησε στην πολιτική ζωή, άρχισε το μεγαλύτερο οικοδομικό πρόγραμμα της αρχαιότητας. Ο Πλούταρχος διασώζει την κατηγορία των αντιπάλων του: στολίζει την πόλη «σαν ματαιόδοξη γυναίκα» με τα χρήματα των συμμάχων. Και την απάντηση: εφόσον η Αθήνα τους εγγυάται την ασφάλεια, δεν τους χρωστά λογαριασμό.

Εκτίμηση: ο Παρθενώνας γεννήθηκε ως πολιτική πράξη, όχι μόνο ως θρησκευτική. Ήταν το μνημείο μιας νίκης, η επίδειξη μιας ηγεμονίας και — όπως θα δούμε — η τράπεζα μιας αυτοκρατορίας.

Εννέα χρόνια για το κτήριο, δεκαπέντε για τα γλυπτά

Δεδομένο: οι οικοδομικές επιγραφές, οι λογαριασμοί των επιστατών που χαράσσονταν σε μάρμαρο και εκτίθεντο δημόσια, δίνουν σπάνια ακρίβεια: έναρξη 447/6 π.Χ., ολοκλήρωση του κτηρίου και αφιέρωση του αγάλματος στα Μεγάλα Παναθήναια του 438 π.Χ. (9 χρόνια), ολοκλήρωση των αετωμάτων το 432 π.Χ. (15 συνολικά). Αρχιτέκτονες ο Ικτίνος και ο Καλλικράτης, γενικός επόπτης του γλυπτού διακόσμου ο Φειδίας. Για σύγκριση: η Αγία Σοφία χρειάστηκε έξι χρόνια, ο καθεδρικός της Κολωνίας πάνω από έξι αιώνες — και η σημερινή αναστήλωση του Παρθενώνα από την Υπηρεσία Συντήρησης Μνημείων Ακρόπολης τρέχει από το 1975, δηλαδή ήδη πάνω από πενήντα χρόνια, περισσότερο από την αρχική κατασκευή.

Ο Περικλής πέθανε το φθινόπωρο του 429 π.Χ., από τον λοιμό, στον δεύτερο χρόνο του Πελοποννησιακού Πολέμου. Είδε επομένως τον ναό ολοκληρωμένο — για περίπου τρία χρόνια. Η επιτυχία είχε σκιές: ο Φειδίας κατηγορήθηκε ότι υπεξαίρεσε χρυσό. Σώθηκε, λέει ο Πλούταρχος, επειδή τα χρυσά ελάσματα του αγάλματος ήταν, με συμβουλή του Περικλή, αφαιρούμενα: τα ξήλωσαν, τα ζύγισαν, το βάρος βγήκε σωστό. Ακολούθησε κατηγορία για ασέβεια και ο γλύπτης χάθηκε από την Αθήνα. Στόχος των διώξεων ήταν προφανώς ο Περικλής.

Εκτίμηση: σε μια πόλη χωρίς γερανούς και τσιμέντο, δεκαπέντε χρόνια για το τελειότερο κτήριο της αρχαιότητας είναι ταχύτητα — και είναι ταχύτητα που επιτεύχθηκε με δημόσια λογοδοσία για κάθε δραχμή. Αυτό, όχι το μάρμαρο, είναι το πιο σύγχρονο στοιχείο του Παρθενώνα.

Πώς χτίστηκε: μάρμαρο, βόδια, ξύλινοι γερανοί — και καθόλου κονίαμα

Δεδομένο: είναι ο πρώτος ελληνικός ναός εξ ολοκλήρου από μάρμαρο, ως και τα κεραμίδια. Το πεντελικό μάρμαρο κοβόταν στα λατομεία της Πεντέλης, 16 χιλιόμετρα μακριά, κατέβαινε τις πλαγιές σε λιθόστρωτη ράμπα με έλκηθρα και σχοινιά, φορτωνόταν σε βαριές άμαξες που έσερναν ζεύγη βοδιών — ως και 30 ζευγάρια για τα μεγαλύτερα κομμάτια — και ανέβαινε στον βράχο από ράμπα στη δυτική πλευρά. Οι σπόνδυλοι των κιόνων ζυγίζουν 5–10 τόνους ο καθένας. Στο εργοτάξιο ξύλινοι γερανοί με πολύσπαστα σήκωναν τους όγκους από ειδικές εγκοπές. Κονίαμα δεν χρησιμοποιήθηκε πουθενά: οι επιφάνειες λειαίνονταν ώστε οι αρμοί να είναι σχεδόν αόρατοι, και οι λίθοι δένονταν με σιδερένιους συνδέσμους σχήματος διπλού Τ σφραγισμένους με λιωμένο μολύβι. Οι ραβδώσεις των κιόνων λαξεύονταν επί τόπου, μετά την τοποθέτηση.

Ο ναός δεν έχει σχεδόν καμία ευθεία γραμμή: ο στυλοβάτης καμπυλώνει προς τα πάνω, οι κίονες γέρνουν ελαφρά προς τα μέσα και «φουσκώνουν» στη μέση, οι γωνιακοί είναι παχύτεροι. Κάθε λίθος είναι μοναδικός — γι' αυτό και η αναστήλωση είναι τόσο αργή. Διαστάσεις: 69,5 × 30,9 μέτρα, ύψος 13,7, 8 × 17 κίονες (46), 92 μετόπες, ζωφόρος 160 μέτρων. Και ήταν πολύχρωμος: κυανό, κόκκινο, χρυσό στα γλυπτά και στα αρχιτεκτονικά μέλη. Στο εργοτάξιο δούλευαν πολίτες, μέτοικοι και δούλοι· οι λογαριασμοί του γειτονικού Ερεχθείου δείχνουν ημερομίσθιο μιας δραχμής για τον ειδικευμένο τεχνίτη, ελεύθερο ή δούλο.

Πόσο κόστισε — σε τάλαντα, σε τριήρεις, σε ευρώ

Δεδομένο: η καθιερωμένη εκτίμηση των ιστορικών από τις επιγραφές ανεβάζει το κόστος του κτηρίου σε περίπου 469 αργυρά τάλαντα. Ένα αττικό τάλαντο ήταν 6.000 δραχμές και ζύγιζε περίπου 26 κιλά ασήμι — άρα 2,8 εκατομμύρια δραχμές, δηλαδή 2,8 εκατομμύρια ημερομίσθια τεχνίτη, ή 12 τόνοι καθαρού αργύρου. Ένα τάλαντο ήταν το κόστος μιας τριήρους ή η μηνιαία μισθοδοσία του πληρώματός της: ο Παρθενώνας κόστισε όσο 469 πολεμικά πλοία, όταν ολόκληρος ο αθηναϊκός στόλος στη Σαλαμίνα ήταν περίπου 200. Ο ετήσιος φόρος των συμμάχων κυμαινόταν στα 400–600 τάλαντα και το αποθεματικό της πόλης, κατά τον Θουκυδίδη, από 9.700 τάλαντα είχε πέσει στα 6.000 το 431 π.Χ.

Η μετατροπή σε ευρώ είναι αναγκαστικά προσεγγιστική και εξαρτάται από τη μέθοδο. Με την αξία του μετάλλου (12 τόνοι ασήμι) μιλάμε για μερικές δεκάδες εκατομμύρια — παραπλανητικά λίγο, γιατί το ασήμι ήταν τότε πολύ πιο ακριβό σε σχέση με την εργασία. Με την αγοραστική δύναμη του ημερομισθίου (2,8 εκατομμύρια μεροκάματα ειδικευμένου τεχνίτη, στα 80–120 ευρώ το καθένα σήμερα) φτάνουμε σε 225–340 εκατομμύρια ευρώ. Με το σχετικό βάρος στην οικονομία — περίπου ένας χρόνος εσόδων ολόκληρης της αθηναϊκής ηγεμονίας — μιλάμε για δισεκατομμύρια. Σημείωση: ο αριθμός των 2.012 ταλάντων που δίνει μια αρχαία πηγή μόνο για τα Προπύλαια θεωρείται από τους ιστορικούς εσφαλμένος ή υπερβολικός.

Εκτίμηση: η συντηρητική απάντηση είναι «της τάξης των 250–350 εκατομμυρίων σημερινών ευρώ για το κτήριο» — όσο ένα σύγχρονο γήπεδο. Μόνο που κανένα γήπεδο δεν χτίζεται από μοναδικούς, χειρολαξευμένους λίθους χωρίς δύο ίδιους. Η ακριβής αναπαραγωγή του σήμερα είναι πρακτικά αδύνατη· το αντίγραφο του Νάσβιλ είναι από σκυρόδεμα και γύψο.

Η Αθηνά Παρθένος: 1.100 κιλά χρυσού που ξεβιδώνονταν

Η Αθηνά του Βαρβακείου, ρωμαϊκό αντίγραφο της Αθηνάς Παρθένου, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο
Η «Αθηνά του Βαρβακείου» (Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο), ρωμαϊκό αντίγραφο ύψους ενός μέτρου: η πιο πιστή εικόνα που έχουμε για το χαμένο δωδεκάμετρο άγαλμα του Φειδία. Φωτογραφία: Dorieo, Wikimedia Commons, CC BY-SA 4.0.

Δεδομένο: το λατρευτικό άγαλμα ήταν χρυσελεφάντινο, όχι συμπαγές χρυσό: ξύλινος σκελετός πάνω σε κεντρικό ιστό (η υποδοχή του σώζεται στο δάπεδο του σηκού), ελεφαντόδοντο για πρόσωπο, λαιμό, χέρια και πόδια, και σφυρήλατα χρυσά ελάσματα για πέπλο, κράνος, αιγίδα, ασπίδα και τη δίμετρη Νίκη στο δεξί χέρι. Ύψος περίπου 11,5–12 μέτρα, 13 με το βάθρο — σχεδόν άγγιζε την οροφή. Ο Θουκυδίδης δίνει 40 τάλαντα καθαρού χρυσού, ο Φιλόχορος 44: περίπου 1.040–1.140 κιλά. Με τις τιμές της τελευταίας διετίας το μέταλλο και μόνο αξίζει γύρω στα 100 εκατομμύρια ευρώ· στην αρχαιότητα, με αναλογία χρυσού–αργύρου περίπου 1 προς 14, τα 40 τάλαντα χρυσού ισοδυναμούσαν με 560 αργυρά — το άγαλμα κόστισε περισσότερο από το κτήριο.

Ο Περικλής, κατά τον Θουκυδίδη, το είπε καθαρά στην Εκκλησία του Δήμου: σε πόλεμο ο χρυσός της θεάς μπορεί να χρησιμοποιηθεί, αρκεί να αντικατασταθεί μετά. Το άγαλμα ήταν το αποθεματικό έκτακτης ανάγκης της πόλης. Ο δυτικός θάλαμος — ο κυρίως «Παρθενών», από όπου πήρε το όνομα όλο το κτήριο — ήταν το θησαυροφυλάκιο της Συμμαχίας, με ετήσιες απογραφές χαραγμένες σε μάρμαρο από τους «ταμίες της θεάς».

Εκτίμηση: οι Αθηναίοι έκαναν κάτι που κανένα σύγχρονο κράτος δεν θα τολμούσε: έβαλαν τα συναλλαγματικά τους αποθέματα πάνω σε ένα άγαλμα, σε κοινή θέα, και τα κράτησαν εκεί με μόνη ασφάλεια τον φόβο της θεάς. Λειτούργησε — ώσπου κάποιος έπαψε να φοβάται.

Ποιος έγδυσε τη θεά

Δεδομένο: γύρω στο 296 π.Χ. ο τύραννος Λαχάρης, πολιορκημένος από τον Δημήτριο τον Πολιορκητή και χωρίς χρήματα για τους μισθοφόρους του, ξήλωσε τα χρυσά ελάσματα και, γράφει ο Παυσανίας, «άφησε την Αθηνά γυμνή». Ο ίδιος ο Δημήτριος λίγα χρόνια νωρίτερα είχε εγκατασταθεί στον οπισθόδομο του ναού με τις εταίρες του — επίσημα «φιλοξενούμενος της θεάς». Το άγαλμα επανεπενδύθηκε, πιθανότατα με επίχρυσο χαλκό. Μια μεγάλη πυρκαγιά της ρωμαϊκής εποχής — η χρονολόγηση αμφισβητείται, πολλοί τη συνδέουν με την επιδρομή των Ερούλων του 267 μ.Χ. — κατέστρεψε την οροφή και το εσωτερικό. Τον 5ο αιώνα μ.Χ., πριν από τη μετατροπή σε εκκλησία, το άγαλμα απομακρύνθηκε· βυζαντινή πηγή αναφέρει κολοσσιαία Αθηνά στην Κωνσταντινούπολη τον 10ο αιώνα και εκεί χάνονται τα ίχνη, πιθανότατα στη λεηλασία της Τέταρτης Σταυροφορίας το 1204.

Ο Μέγας Αλέξανδρος, μετά τον Γρανικό (334 π.Χ.), έστειλε 300 περσικές πανοπλίες και χρυσές ασπίδες που κρεμάστηκαν στο ανατολικό επιστύλιο — οι οπές των καρφιών φαίνονται ακόμη. Το 61/62 μ.Χ. στο ίδιο επιστύλιο μπήκε χάλκινη επιγραφή προς τιμήν του Νέρωνα. Ο Σύλλας, που λεηλάτησε την Αθήνα το 86 π.Χ., φαίνεται ότι άφησε τον ναό σχεδόν άθικτο· οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες γενικά τον σεβάστηκαν.

Εκκλησία, τζαμί, πυριτιδαποθήκη: ποιος τον έσωσε και ποιος τον τίναξε

Δεδομένο: η μετατροπή σε τρίκλιτη βασιλική της Παναγίας («Αθηνιώτισσας») στα τέλη του 6ου αιώνα έσωσε το κτήριο για χίλια χρόνια — χωρίς αυτήν θα είχε γίνει λατομείο, όπως οι περισσότεροι αρχαίοι ναοί. Αλλά με τίμημα: οι μετόπες της ανατολικής, βόρειας και δυτικής πλευράς αποκρούστηκαν σκόπιμα με σμίλη (σώθηκε μία, η 32η της βόρειας, ίσως επειδή θεωρήθηκε ότι μοιάζει με Ευαγγελισμό), το κέντρο του ανατολικού αετώματος — η γέννηση της Αθηνάς — αφαιρέθηκε για να ανοιχτεί αψίδα, η είσοδος μεταφέρθηκε δυτικά. Ο Βασίλειος Β΄ ο Βουλγαροκτόνος ήρθε προσκυνητής το 1018. Από το 1204 ως το 1458 ήταν λατινικός καθεδρικός των Φράγκων δουκών, που πρόσθεσαν κωδωνοστάσιο. Οι Οθωμανοί τον έκαναν τζαμί και το κωδωνοστάσιο μιναρέ, και τον κράτησαν σχεδόν ακέραιο για 230 χρόνια· ο Εβλιά Τσελεμπή τον περιέγραψε το 1667 ως έργο «όχι ανθρώπινου χεριού».

Το 1687, στον Βενετοτουρκικό πόλεμο, η οθωμανική φρουρά αποθήκευσε την πυρίτιδά της μέσα στον ναό, μαζί με γυναίκες και παιδιά, πιστεύοντας ότι οι Χριστιανοί δεν θα βομβάρδιζαν μια πρώην εκκλησία. Στις 26 Σεπτεμβρίου μια οβίδα των Βενετών του Φραντσέσκο Μοροζίνι έπεσε μέσα. Η έκρηξη σκότωσε περίπου 300 ανθρώπους, τίναξε στέγη, σηκό και 28 κίονες, και έκανε το σχεδόν ακέραιο μνημείο ερείπιο. Ο Μοροζίνι μίλησε για «θαυματουργή βολή». Φεύγοντας, την επόμενη χρονιά, προσπάθησε να κατεβάσει ως λάφυρο τα άλογα του Ποσειδώνα από το δυτικό αέτωμα· τα συνεργεία του τα έριξαν και έγιναν κομμάτια.

Εκτίμηση: η μεγαλύτερη καταστροφή στην ιστορία του Παρθενώνα δεν ήρθε από «βάρβαρους» αλλά από δύο χριστιανικές δυνάμεις σε πόλεμο, και από μια στρατιωτική λογική που έβλεπε τον ναό ως αποθήκη. Αξίζει να το θυμόμαστε όταν μοιράζουμε εύκολα ευθύνες ανά θρησκεία ή έθνος.

Ο Έλγιν και τα μισά γλυπτά

Τα Γλυπτά του Παρθενώνα στην αίθουσα Duveen του Βρετανικού Μουσείου
Τα Γλυπτά του Παρθενώνα στην αίθουσα Duveen του Βρετανικού Μουσείου, όπου εκτίθενται από το 1817. Φωτογραφία: Joyofmuseums, Wikimedia Commons, CC BY-SA 4.0.

Δεδομένο: μετά το 1687 ακολούθησε χάος: θραύσματα πουλιούνταν σε περιηγητές ή καίγονταν για ασβέστη. Ο Γάλλος πρέσβης Σουαζέλ-Γκουφιέ πήρε μετόπη και πλάκα της ζωφόρου (σήμερα στο Λούβρο). Το κύριο πλήγμα ήρθε από τον Τόμας Μπρους, 7ο κόμη του Έλγιν, Βρετανό πρέσβη στην Κωνσταντινούπολη: μεταξύ 1801 και 1812, επικαλούμενος ένα σουλτανικό έγγραφο του οποίου το πρωτότυπο δεν βρέθηκε ποτέ, τα συνεργεία του πριόνισαν και κατέβασαν περίπου τα μισά σωζόμενα γλυπτά — 75 μέτρα ζωφόρου, 15 μετόπες, 17 μορφές αετωμάτων — και μια Καρυάτιδα από το Ερέχθειο. Χρεοκοπημένος, τα πούλησε το 1816 στο βρετανικό κράτος για 35.000 λίρες. Ο Βύρων τον στηλίτευσε ως βάνδαλο. Μικρότερα θραύσματα κατέληξαν σε Βατικανό, Βιέννη, Μόναχο, Βίρτσμπουργκ, Κοπεγχάγη, Παλέρμο· το Παλέρμο (2022) και το Βατικανό (2023) επέστρεψαν τα δικά τους στο Μουσείο Ακρόπολης, όπως και η Χαϊδελβέργη νωρίτερα.

Το μνημείο βομβαρδίστηκε ξανά στις πολιορκίες του 1821–27· σώζεται η παράδοση ότι, όταν οι πολιορκημένοι Οθωμανοί άρχισαν να διαλύουν κίονες για το μολύβι των συνδέσμων, οι Έλληνες τούς έστειλαν οι ίδιοι μολύβι. Και τον 20ό αιώνα, η αναστήλωση Μπαλάνου (1898–1933) χρησιμοποίησε απροστάτευτο σίδερο που σκούριασε και έσπασε αρχαία μάρμαρα — ζημιά που η ΥΣΜΑ διορθώνει από το 1975 με τιτάνιο.

Εκτίμηση: κάθε κατακτητής προσπάθησε να οικειοποιηθεί τον Παρθενώνα — ως εκκλησία, ως τζαμί, ως λάφυρο, ως έκθεμα. Ο Έλγιν δεν ήταν ο χειρότερος καταστροφέας του· ήταν ο πιο μεθοδικός ιδιοκτήτης του.

Η άποψή μας

Ο Παρθενώνας χτίστηκε από μια δημοκρατία με δημόσιο λογαριασμό για κάθε δραχμή, από ελεύθερους και δούλους που έπαιρναν το ίδιο μεροκάματο, και άντεξε 25 αιώνες πολέμων, μεταστροφών και εκρήξεων. Το μόνο κομμάτι της ιστορίας του που παραμένει ανοιχτό είναι το τελευταίο: τα μισά γλυπτά του βρίσκονται σε μια αίθουσα του Λονδίνου. Τον Σεπτέμβριο του 2026 η Telegraph αποκάλυψε ότι οι συνομιλίες Ελλάδας–Βρετανικού Μουσείου κατέρρευσαν, επειδή η Αθήνα αρνείται οποιαδήποτε λύση «μακροχρόνιου δανείου» που θα αναγνώριζε το Μουσείο ως ιδιοκτήτη, ενώ στις 10 Σεπτεμβρίου η βρετανική κυβέρνηση επανέλαβε ότι δεν αλλάζει τον νόμο του 1963 που απαγορεύει τη μόνιμη μεταβίβαση. Το Μουσείο απάντησε ότι η διάθεσή του για συμφωνία «παραμένει αμετάβλητη» και ο πρόεδρός του πρότεινε στις 14 Οκτωβρίου έκθεση «και στο Λονδίνο και στην Αθήνα». Η άποψή μας είναι απλή και έχει το ισχυρότερο επιχείρημα με το μέρος της: τα γλυπτά δεν είναι έργα τέχνης που «ανήκουν» κάπου· είναι αρχιτεκτονικά μέλη ενός κτηρίου που στέκεται ακόμη, 300 μέτρα από το μουσείο που χτίστηκε για να τα υποδεχθεί. Η επανένωση δεν είναι εθνικισμός, είναι αποκατάσταση ενός έργου. Το αντεπιχείρημα — ότι το Βρετανικό Μουσείο τα διέσωσε και τα δείχνει σε έξι εκατομμύρια επισκέπτες τον χρόνο — είχε βάση το 1816, όταν η Αθήνα ήταν οθωμανικό χωριό· σήμερα, με το Μουσείο Ακρόπολης να δέχεται πάνω από δύο εκατομμύρια επισκέπτες και τα θραύσματα από Παλέρμο, Βατικανό και Χαϊδελβέργη ήδη πίσω, δεν έχει. Η Ελλάδα έκανε σωστά που δεν δέχθηκε «δάνειο» του δικού της ναού. Αυτό που οφείλει τώρα είναι να κρατήσει το θέμα εκτός προεκλογικής ρητορικής και να το πηγαίνει εκεί που κερδίζει: στην UNESCO, στη βρετανική κοινή γνώμη, στα μουσεία που επιστρέφουν ένα-ένα τα κομμάτια τους.

Σύνταξη SAROTIKA

Σημερινά Πρωτοσέλιδα

Φόρτωση…
–

…

Εορτολόγιο

Σήμερα

Σήμερα γιορτάζουν: …

Χρόνια πολλά σε όσες και όσους γιορτάζουν!

Σχόλια0Πατήστε + για να δείτε ή να γράψετε σχόλιο

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Πυραμίδες: τις έχτισαν εργάτες με μισθό σε ψωμί, όχι σκλάβοι

Μπάλα και μπάσκετ, Ελλάδα και Ευρώπη: η «ένοχη» Σίτι, η Εθνική που δεν χάνει, ο αήττητος Παναθηναϊκός και το ντέρμπι