Ρεντζαίοι: εκδίκηση, αμνηστία, η ληστεία της Πέτρας και το τέλος

από


Δύο αδέλφια κτηνοτρόφων από ένα χωριό στα 1.100 μέτρα, πάνω από την Πρέβεζα. Μια εκδίκηση για τον φόνο του πατέρα τους που άρχισε τη Μεγάλη Παρασκευή του 1917 και δεν σταμάτησε ποτέ. Μια αμνηστία που την πλήρωσαν με τα κεφάλια των ίδιων των συντρόφων τους. Η πρώτη ληστεία χρηματαποστολής στην Ελλάδα, με οκτώ νεκρούς στις στροφές της Πέτρας. Και ένα εκτελεστικό απόσπασμα στην Κέρκυρα, ξημερώματα της 5ης Μαρτίου 1930. Οι Ρεντζαίοι ήταν οι «βασιλιάδες της Ηπείρου» — και η ιστορία τους είναι, πάνω απ' όλα, η ιστορία ενός κράτους που δεν ήξερε αν θέλει να τους κυνηγήσει ή να τους προσλάβει.

Οι αδελφοί Θύμιος και Γιάννης Ρέντζος σιδηροδέσμιοι κατά τη μεταφορά τους στην Αθήνα, 1929
Ο Θύμιος (αριστερά) και ο Γιάννης Ρέντζος (δεξιά) κατά τη μεταφορά τους στην Αθήνα, μετά τη σύλληψή τους στη Βάρνα. Φωτογραφία εφημερίδας «Ακρόπολις», 6 Μαρτίου 1930, Wikimedia Commons, δημόσιος τομέας.

Ένα πτώμα σε μια τρύπα, 1910

Δεδομένο: ο Γιάννης (γενν. 1896) και ο Ευθύμιος-Θύμιος (γενν. 1899) Ρέντζος ήταν παιδιά του Κώστα και της Κωνσταντούλας, κτηνοτρόφων από το Ανώγειο (Ανώγι) Πρέβεζας, ορεινό χωριό στα 1.100 μέτρα, τότε ακόμη οθωμανικό έδαφος. Τον Μάιο του 1910 ζωοκλέφτες σκότωσαν τον πατέρα τους στη θέση Μαραθιά και έριξαν το πτώμα σε μια τρύπα· σαράντα μέρες αργότερα το βρήκε τυχαία ένας βοσκός, γιατί η κάπα του νεκρού είχε σκαλώσει σε μια συκιά. Ο Γιάννης ήταν 14 ετών και έγινε αρχηγός της οικογένειας. Το 1912 η Πρέβεζα απελευθερώθηκε· το 1916 ο Γιάννης κλήθηκε στρατιώτης στην 8η Μεραρχία, στο στρατόπεδο Ακραίου των Ιωαννίνων. Εκεί, κατά την επικρατέστερη αφήγηση (που στηρίζεται στη μονογραφία του Ηπειρώτη ερευνητή Νίκου Πάνου), άκουσε τυχαία από έναν συστρατιώτη ποιοι είχαν σκοτώσει τον πατέρα του. Λιποτάκτησε παίρνοντας το ντουφέκι και τα φυσίγγιά του· ο Θύμιος τον ακολούθησε.

Τη Μεγάλη Παρασκευή του 1917 ο Γιάννης σκότωσε με μία σφαίρα τον πρώτο από τους δολοφόνους, κοντά στον Λούρο. Ακολούθησαν ο δεύτερος, και μετά οι συγγενείς του πρώτου: πάνω στο πτώμα ενός από αυτούς βρέθηκε σημείωμα «Εκτελεστής Ιωάννης Ρέντζος». Έναν τρίτο, που είχαν μάθει ότι είχε διαφωνήσει με τον φόνο, τον άφησαν να ζήσει. Η βεντέτα είχε τελειώσει· η ληστεία μόλις άρχιζε. Τα στρατιωτικά αποσπάσματα, μη μπορώντας να τους πιάσουν, φυλάκισαν δεκάδες συγχωριανούς τους στα Γιάννενα — περίπου 40 πέθαναν στις φυλακές Ακραίου από αρρώστια. Ο πρόεδρος του χωριού, όταν ο στρατιωτικός διοικητής απαίτησε να τους συλλάβει, απάντησε: «Εσύ με τόσα ντουφέκια δεν μπορείς, εγώ με την αγκλίτσα θα τους πιάσω;»

Εκτίμηση: όλα τα στοιχεία του μεσοπολεμικού ηπειρώτικου ληστή είναι εδώ από την πρώτη σελίδα: το κράτος που δεν αποδίδει δικαιοσύνη για έναν φόνο, η αυτοδικία που το αντικαθιστά, και η συλλογική τιμωρία του χωριού που κάνει τον ληστή ήρωα στα μάτια των συγχωριανών.

Απαγωγές, λύτρα και ένας πεθερός-πολιτευτής

Δεδομένο: από το 1917 ως το 1924 οι Ρεντζαίοι έγιναν η ισχυρότερη ένοπλη ομάδα της Ηπείρου. Οι εφημερίδες τους χρέωσαν 47 φόνους, η «Ιστορία της Χωροφυλακής» 82, ο ανακριτής Αργυράκης 42 — οι αριθμοί είναι από διαφορετικές καταγραφές και κανένας δεν είναι επίσημος απολογισμός. Το κύριο εισόδημά τους ήταν οι απαγωγές: 850.000 δραχμές για τον νεαρό Παπαγιαννόπουλο, 1.000.000 για τον μικρό Ελιά Μαραμένο, γιο πλούσιου Εβραίου εμπόρου των Ιωαννίνων — ο οποίος, μετά την απελευθέρωση του παιδιού, τους έστειλε ευχαριστήριο γράμμα και τους κάλεσε σπίτι του. Καθοριστική ήταν η γνωριμία τους με τον Βασίλη Κολοβό, Βορειοηπειρώτη πρώην οπλαρχηγό του αυτονομιακού αγώνα και πολιτευτή με βενιζελικές διασυνδέσεις σε βουλευτές και δικαστές. Μαζί του πέρασαν στην Αλβανία και σκότωσαν έναν Αλβανό αξιωματικό που είχε σκοτώσει τον αδελφό του — επεισόδιο που έγινε δημοτικό τραγούδι στο Πωγώνι. Ο Γιάννης ερωτεύτηκε την κόρη του Κολοβού, τη Χαρίκλεια.

Το όνομά τους συνδέθηκε και με τη δολοφονία του Ιταλού στρατηγού Ενρίκο Τελίνι στην Κακαβιά, στις 27 Αυγούστου 1923, που οδήγησε στον βομβαρδισμό και την κατάληψη της Κέρκυρας από τον Μουσολίνι. Η υπόθεση δεν εξιχνιάστηκε ποτέ επίσημα· η εμπλοκή των Ρεντζαίων είναι εικασία που επαναλαμβάνεται, όχι αποδεδειγμένο γεγονός, και έτσι τη γράφουμε.

Η αμνηστία που πληρώθηκε με τέσσερα κεφάλια

Η σφραγίδα της συμμορίας των αδελφών Ρέντζου
Η σφραγίδα της «οργάνωσης» των Ρεντζαίων: οι ληστές της Ηπείρου έστελναν σφραγισμένα σημειώματα λύτρων, σαν αρχή. Wikimedia Commons, δημόσιος τομέας.

Δεδομένο: στις 19 Αυγούστου 1924 η κυβέρνηση, με τη ληστεία να έχει γίνει μάστιγα, θέσπισε διάταγμα που έδινε αμνηστία σε όποιον ληστή σκότωνε τους συντρόφους του. Ο Κολοβός το διάβασε και τους το πρότεινε. Μετά από «άγρια μάχη», τέσσερις από τους συντρόφους τους έπεσαν νεκροί — ανάμεσά τους ο Σαρής, που λεγόταν ότι περνούσε σφαίρα μέσα από δαχτυλίδι. Με τα κεφάλια ως απόδειξη, πήραν τα χαρτιά. Το Βούλευμα 360/1924 του Συμβουλίου Εφετών Κέρκυρας ανέστειλε για δέκα χρόνια την ποινική δίωξη σε βάρος τους, αναγνωρίζοντάς τους «μόνο πέντε ληστείες». Έβαλαν και όρους: να τους υποδεχθεί στο χάνι της Ανατολής, έξω από τα Γιάννενα, ο ίδιος ο αρχηγός της Χωροφυλακής, σταλμένος από την Αθήνα. Μπήκαν στην πόλη με το πλήθος να επευφημεί, αγόρασαν διώροφο στο Μέγαρο Τσιγαρά απέναντι από τη Στρατιωτική Διοίκηση και παντρεύτηκε ο Γιάννης τη Χαρίκλεια Κολοβού (οι πηγές διαφωνούν αν ο γάμος έγινε τον Σεπτέμβριο του 1924 ή τον Φεβρουάριο του 1925) με 90 τούρτες από τους επιφανείς Γιαννιώτες — την καλύτερη από τον Μαραμένο, τον πατέρα του απαχθέντος παιδιού. Προσλήφθηκαν, κατά τις ίδιες πηγές, στη Χωροφυλακή: ο Γιάννης ενωμοτάρχης, ο Θύμιος αποσπασματάρχης, για την καταδίωξη άλλων ληστών.

Εκτίμηση: αυτό είναι το πιο σκοτεινό σημείο της ιστορίας, όχι η ληστεία. Το ελληνικό κράτος του 1924 δεν αμνήστευσε μετανοημένους· πλήρωσε τέσσερις φόνους με ατιμωρησία, έδωσε στολή στους εκτελεστές και τους έκανε συνδαιτυμόνες δικαστών και βουλευτών. Όταν το κράτος νοικιάζει το μονοπώλιο της βίας, δεν πρέπει να εκπλήσσεται από τον λογαριασμό.

Πέτρα, Κυριακή 13 Ιουνίου 1926

Ο ποταμός Λούρος κοντά στην Πρέβεζα σε παλιά φωτογραφία με βάρκες μεταφοράς
Ο ποταμός Λούρος, κατά μήκος του οποίου περνούσε ο δρόμος Πρέβεζας–Ιωαννίνων. Στις στροφές της Πέτρας, στο 74ο χιλιόμετρο, στήθηκε η ενέδρα του 1926. Ίδρυμα Ακτία Νικόπολις, Wikimedia Commons, δημόσιος τομέας.

Δεδομένο: «Πρώτα θα κάνω μια μεγάλη δουλειά και μετά θα έρθω στο Κιλκίς», έλεγε ο Γιάννης στον πεθερό του, που τον πίεζε να φύγουν. Στις 7.30 το πρωί της Κυριακής 13 Ιουνίου 1926 ένα επταθέσιο Fiat, ναυλωμένο από την Εθνική Τράπεζα, ξεκίνησε από την Πρέβεζα για τα Γιάννενα με 15.000.000 δραχμές σε ξύλινο κιβώτιο στην οροφή, οκτώ επιβάτες και συνοδεία τεσσάρων χωροφυλάκων· ακολουθούσε δεύτερο αυτοκίνητο με πέντε άνδρες. Μιάμιση ώρα αργότερα, στις στροφές της Πέτρας, ένας κορμός δέντρου έφραξε τον δρόμο. Πέντε ένοπλοι άνοιξαν πυρ με Μάνλιχερ και Μάουζερ από τρεις πλευρές. Ο οδηγός Απόστολος Δράκος και ο επικεφαλής της συνοδείας σκοτώθηκαν πρώτοι· το αυτοκίνητο, με σκασμένα λάστιχα, κύλησε στην κατηφόρα. Νεκροί συνολικά οκτώ: ο οδηγός, τρεις χωροφύλακες, τρεις τραπεζικοί υπάλληλοι και ένας έμπορος υφασμάτων που ταξίδευε με τον φίλο του διευθυντή της τράπεζας. Επέζησαν δύο: ένας επιβάτης που καταπλακώθηκε από τα πτώματα και λιποθύμησε, και ένας τραυματίας χωροφύλακας που σύρθηκε στη βλάστηση προς τον Λούρο. Το δημοτικό τραγούδι μετρά εννιά «και τον σοφέρ τον δέκατο» — το τραγούδι είναι μνήμη, όχι κατάλογος θυμάτων.

Οι Ρεντζαίοι δεν ήταν στην ενέδρα. Η δίκη τους καταδίκασε ως ηθικούς αυτουργούς: σχεδίασαν, όπλισαν, μοίρασαν. Η έρευνα που ακολούθησε ήταν υπόδειγμα χάους: εισαγγελείς Ιωαννίνων, Άρτας και Πρέβεζας και στρατοδικείο της 8ης Μεραρχίας ανακρίνοντας ταυτόχρονα, ξυλοδαρμοί χωρικών, ένα μοναστήρι-ορμητήριο που έμεινε ανεξερεύνητο. Ο βουλευτής Γεώργιος Αθανασιάδης-Νόβας, που είχε καλύψει την υπόθεση ως απεσταλμένος εφημερίδας, περιέγραψε από το βήμα της Βουλής τα μέτρα σύλληψης «τόσο πομπώδη, ώστε όλοι ήσαν βέβαιοι ότι ή θα εδραπέτευον οι Ρεντζαίοι ή θα συνελάμβανον αυτοί τας Αρχάς». Δραπέτευσαν. Ο αρχηγός της Χωροφυλακής ζήτησε 280 επιπλέον οπλίτες, αντικατάσταση όσων κατάγονταν από Ήπειρο και Κέρκυρα, μόνιμα φυλάκια στον δρόμο Πρέβεζας–Ιωαννίνων και απέλαση από την Ήπειρο όλων των αμνηστευμένων ληστών.

Αλβανία, Ρουμανία, Βάρνα

Δεδομένο: πέρασαν στην Αλβανία, αγόρασαν αλβανικά διαβατήρια, συνελήφθησαν στη Ρουμανία και δραπέτευσαν, και κατέληξαν στη Βάρνα της Βουλγαρίας ως «έμποροι σιτηρών» με γραφείο εισαγωγών-εξαγωγών. Τους πρόδωσε, κατά τη Βικιπαίδεια και άλλες πηγές, ο ίδιος ο πεθερός Κολοβός. Έλληνες αστυνομικοί συνεργάστηκαν με τις βουλγαρικές αρχές, τους συνέλαβαν και στις 19 Νοεμβρίου 1928 έφτασαν σιδηροδέσμιοι στον Σταθμό Λαρίσης, μπροστά σε πλήθος που είχε έρθει να δει τους «βασιλιάδες». Η δίκη άρχισε τον Σεπτέμβριο του 1929 στο Πενταμελές Εφετείο Κέρκυρας, με 16 συγκατηγορούμενους και πάνω από 150 μάρτυρες. Τα δύο αδέλφια αρνήθηκαν κάθε συμμετοχή στην Πέτρα. Στις 7 Οκτωβρίου 1929 (6 κατά άλλες πηγές) καταδικάστηκαν σε θάνατο μαζί με τον Ευάγγελο Κόκκαλη, τον Κωνσταντίνο Καψάλη και τον Φίλιππα Διαμάντη· οι υπόλοιποι σε ισόβια.

Η διαταγή εκτέλεσης έφτασε στις φυλακές της Κέρκυρας στις αρχές Μαρτίου 1930 και κρατήθηκε μυστική, από φόβο απόδρασης ή απαγωγής των κρατουμένων από συνεργούς· ο αστυνομικός διευθυντής Αθηνών είχε βάλει ένοπλους με πολιτικά σε όλη τη διαδρομή. Τετάρτη 5 Μαρτίου 1930, 4.00 τα ξημερώματα: ο διοικητής Χωροφυλακής και ανώτεροι αξιωματικοί στις φυλακές· 5.00 ο ιερέας, και οι πέντε εξομολογήθηκαν και κοινώνησαν· 6.00 χειροπέδες· λίγο μετά το εκτελεστικό απόσπασμα. Ο Γιάννης πέθανε ακαριαία, ο Θύμιος χρειάστηκε χαριστική βολή. Στις 7.30 ο γιατρός βεβαίωσε τους θανάτους και οι συγγενείς παρέλαβαν τα πτώματα. Η ιστορία της βάρκας στο Βίδο — ότι προσπάθησαν να αποδράσουν προς την Αλβανία και ο βαρκάρης άφησε κρυφά την άγκυρα στον βυθό, κι εκείνοι κωπηλατούσαν ώρες χωρίς να κινούνται — είναι ωραίος θρύλος χωρίς σύγχρονο τεκμήριο, και τον αφήνουμε θρύλο.

Οι άλλοι: Γιαγκούλας, Γκαντάρας

Δεδομένο: οι Ρεντζαίοι δεν ήταν μόνοι. Ο Φώτης Γιαγκούλας έδρασε στον Όλυμπο, τα Πιέρια και την Ελασσόνα από το 1917 περίπου ως το 1925· συνελήφθη το 1920 και δραπέτευσε από το τρένο της μεταγωγής του· σκοτώθηκε στις 20 Σεπτεμβρίου 1925 μετά από πολύωρη μάχη με απόσπασμα Χωροφυλακής στον Όλυμπο, και τα κομμένα κεφάλια του ίδιου και των συντρόφων του εκτέθηκαν δημόσια στην Κοζάνη. Ο Θωμάς Γκαντάρας, ο «μαύρος λήσταρχος» των Χασίων, συνελήφθη το 1919, δραπέτευσε το 1921 και σκοτώθηκε στις 5 Αυγούστου 1923. Η πολιτεία αντιμετώπισε και τους δύο με τον ίδιο συνδυασμό επικηρύξεων, αμνηστιών για όποιον «παραδώσει» σύντροφο, και αποσπασμάτων. Η «ληστοκρατία» έσβησε στις αρχές της δεκαετίας του 1930 όχι μόνο από τα αποσπάσματα, αλλά από δρόμους, τηλέγραφο, αγροτική μεταρρύθμιση και ένα κράτος που επιτέλους έφτασε στα βουνά.

Εκτίμηση: στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου η σχέση ληστή–εξουσίας δεν ήταν ποτέ καθαρή σύγκρουση. Τοπικοί πολιτευτές χρησιμοποιούσαν ληστές για ψήφους και εκφοβισμό, ληστές χρησιμοποιούσαν πολιτευτές για αμνηστίες — ο Κολοβός είναι το τέλειο παράδειγμα και των δύο. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε συμμορία ήταν «όργανο» κάποιου κόμματος· σημαίνει ότι το κράτος ήταν αδύναμο και η αδυναμία πουλιόταν.

Η άποψή μας

Έναν αιώνα μετά την Πέτρα, η Ελλάδα ξαναβρέθηκε μπροστά στον ίδιο καθρέφτη. Τον Νοέμβριο του 2025 η βεντέτα στα Βορίζια της Κρήτης άφησε δύο νεκρούς και έδειξε ότι σε κομμάτια της χώρας το κράτος εξακολουθούσε να διαπραγματεύεται, αντί να επιβάλλεται: χωριά με περισσότερα καλάσνικοφ από κατοίκους, «μπαλοθιές» σε γάμους που κανείς δεν τολμούσε να πει ότι είναι έγκλημα, οικογένειες που διευθετούσαν τους λογαριασμούς τους μόνες. Η τροπολογία που ψηφίστηκε τον Δεκέμβριο του 2025 έκανε κακούργημα την παράνομη κατοχή ακόμη και ενός πιστολιού, με πρόστιμα από 50.000 ως 150.000 ευρώ, τιμωρεί όποιον παρακινεί ή διαφημίζει χρήση όπλων και έδωσε προθεσμία «ακαταδίωκτου» για εθελοντική παράδοση — την οποία η ΕΛ.ΑΣ. υπενθύμιζε στους Κρητικούς τον Ιανουάριο του 2026. Τον Σεπτέμβριο του 2026 εξακολουθούσαν να βρίσκονται οπλοστάσια σε σπίτια των Βοριζίων. Η άποψή μας είναι ότι το μάθημα των Ρεντζαίων δεν είναι η αυστηρότητα των ποινών — οι Ρεντζαίοι εκτελέστηκαν και η ληστεία δεν σταμάτησε από αυτό. Το μάθημα είναι τι έκανε το κράτος πριν: αμνήστευσε δολοφόνους με αντάλλαγμα άλλους φόνους, τους έντυσε χωροφύλακες και κάθισε στον γάμο τους. Κάθε φορά που η πολιτεία, για να ησυχάσει ή για ψήφους, συμβιβάζεται με την τοπική ανομία — στην Ήπειρο του 1924 ή στην Κρήτη του 2024 — πληρώνει μετά με νεκρούς. Το αντεπιχείρημα, ότι η σκληρή καταστολή σε κλειστές κοινωνίες γεννά μάρτυρες και τραγούδια, έχει βάση: ο Γιαγκούλας με το κομμένο κεφάλι έγινε θρύλος. Γι' αυτό και η απάντηση δεν είναι μόνο ο νόμος, αλλά η παρουσία — δρόμοι, σχολεία, δικαστήρια που δουλεύουν, αστυνομικοί που δεν κατάγονται από το ίδιο χωριό. Το 1926 το ζήτησε ο αρχηγός της Χωροφυλακής. Το 2026 το ζητάμε ακόμη.

Σύνταξη SAROTIKA

Σημερινά Πρωτοσέλιδα

Φόρτωση…
–

…

Εορτολόγιο

Σήμερα

Σήμερα γιορτάζουν: …

Χρόνια πολλά σε όσες και όσους γιορτάζουν!

Σχόλια0Πατήστε + για να δείτε ή να γράψετε σχόλιο

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Πυραμίδες: τις έχτισαν εργάτες με μισθό σε ψωμί, όχι σκλάβοι

Παρθενώνας: κόστος, χρυσός, λεηλασίες — σε αριθμούς

Μπάλα και μπάσκετ, Ελλάδα και Ευρώπη: η «ένοχη» Σίτι, η Εθνική που δεν χάνει, ο αήττητος Παναθηναϊκός και το ντέρμπι