- Αρχική
- Γαλλία: Χρειάζεται στρατό ή κράτος που λειτουργεί;
Γαλλία: Χρειάζεται στρατό ή κράτος που λειτουργεί;
Σύνταξη SAROTIKA · Πολιτική ανάλυση / Η άποψή μας · Έλεγχος στοιχείων: 26 Οκτωβρίου 2026
Αρχείο, 24 Μαΐου 2026: το δημαρχείο της Λιμόζ πριν από την πυρκαγιά του Οκτωβρίου. Benjamin Smith / Wikimedia Commons, CC BY-SA 4.0. Μόνο αλλαγή μεγέθους. Πρωτότυπο και άδεια.
AFP News Agency / YouTube — Αρχική δημοσίευση. Προβολή αποκλειστικά μέσω του player του YouTube· δεν παρέχεται άδεια λήψης ή ανεξάρτητης αναδημοσίευσης.
Η Γαλλική Δημοκρατία οφείλει να προστατεύσει τους πολίτες, τους αστυνομικούς και τις πόλεις της. Δεν οφείλει, όμως, να υιοθετήσει έναν τίτλο πολέμου για να αποδείξει ότι διαθέτει αποφασιστικότητα. Οι εμπρησμοί και οι λεηλασίες απαιτούν επιχειρησιακή απάντηση και δικαιοσύνη. Ο ισχυρισμός ότι πίσω τους βρίσκεται ένα ενιαίο «ισλαμιστικό–μαρξιστικό» μέτωπο, το οποίο μόνο ο στρατός μπορεί να καταστείλει, απαιτεί κάτι διαφορετικό: αποδείξεις. Και οι διαθέσιμες πληροφορίες δεν επιτρέπουν αυτή τη βεβαιότητα.
Η αφετηρία είναι ένα άρθρο γνώμης του Hayden Daniel στο The Federalist, στις 22 Οκτωβρίου. Η θέση του συνδέει τις ταραχές με μια ευρύτερη ιδεολογική απειλή και προβάλλει τη στρατιωτική ισχύ ως μοναδική διέξοδο. Δεν πρόκειται για ουδέτερη περιγραφή ή για δικαστικά αποδεδειγμένο συμπέρασμα. Είναι πολιτική ερμηνεία. Η δική μας ανάλυση την εξετάζει, χωρίς να υποβαθμίζει ούτε τη βία ούτε τις εγγυήσεις που ξεχωρίζουν την επιβολή του νόμου από την αυθαιρεσία.
1. Τι γνωρίζουμε — και τι δεν αποδεικνύει μια φωτιά
Δεδομένο: Ο εμπρησμός στο δημαρχείο της Λιμόζ και οι καταστροφές της 17ης Οκτωβρίου δεν αποτελούν απλώς εικόνες ενός επικοινωνιακού πολέμου. Αφορούν πραγματική προσβολή της ασφάλειας και της δημόσιας περιουσίας. Το Reuters, στις 20 Οκτωβρίου, κατέγραψε την κυβερνητική προετοιμασία για ενίσχυση των δυνάμεων ασφαλείας, την εφαρμογή τοπικών απαγορεύσεων κυκλοφορίας και παραδοχές για αστοχίες στην αντιμετώπιση των προηγούμενων επεισοδίων. Η αναγνώριση αυτών των αστοχιών είναι ουσιώδης: δεν αρκεί να διαθέτεις δυνάμεις, πρέπει να τις χρησιμοποιείς εγκαίρως και σωστά.
Οι εικόνες ενός φλεγόμενου δημόσιου κτιρίου δικαιολογημένα προκαλούν αγανάκτηση. Δεν απαντούν, ωστόσο, μόνες τους στα ερωτήματα ποιος οργάνωσε μια επίθεση, ποιος συμμετείχε, ποιος εκμεταλλεύθηκε την αναταραχή και ποιος βρέθηκε εκεί χωρίς να παρανομήσει. Ακόμη λιγότερο αποδεικνύουν τη θρησκεία, την καταγωγή ή την πολιτική ταυτότητα ενός ολόκληρου πλήθους. Η ταυτοποίηση είναι δουλειά έρευνας και αποδεικτικών στοιχείων, όχι αναγνώρισης ενόχων από σημαίες, ενδυμασίες ή στερεότυπα.
Εκτίμηση: Η σοβαρότητα μιας καταστροφής δεν μας απαλλάσσει από την ακρίβεια· την καθιστά περισσότερο αναγκαία. Αν ο δημόσιος διάλογος υποκαταστήσει τις συγκεκριμένες ευθύνες με έναν γενικευμένο εσωτερικό εχθρό, θα προσφέρει στους πραγματικούς οργανωτές της βίας μια χρήσιμη ασπίδα: τη δυνατότητα να κρύβονται μέσα σε πολύ μεγαλύτερες και ανομοιογενείς κοινωνικές ομάδες. Η Δημοκρατία χρειάζεται καθαρό στόχο, όχι μεγαλύτερο κατάλογο υπόπτων.
2. Δεν είναι όλοι οι διαδηλωτές ένα ενιαίο στρατόπεδο
Δεδομένο: Το ρεπορτάζ της RFI της 21ης Οκτωβρίου περιγράφει διαφορετικά προφίλ μεταξύ όσων βρέθηκαν ενώπιον της δικαιοσύνης: ανθρώπους που εκμεταλλεύθηκαν την ευκαιρία για κλοπές, αλλά και πρόσωπα που συνδέονται, σύμφωνα με τις έρευνες, με την υπεραριστερά. Η εισαγγελέας του Παρισιού επισήμανε την ανάγκη προσοχής ως προς την εξαγωγή συμπερασμάτων για τις πολιτικές τοποθετήσεις των εμπλεκομένων. Οι συλλήψεις, άλλωστε, δεν είναι καταδίκες και τα πρώτα στοιχεία δεν αποτελούν ολοκληρωμένη χαρτογράφηση ενός κινήματος.
Για την υπόθεση της Λιμόζ μεταδόθηκαν επίσημες αναφορές σε ύποπτο με δεσμούς με την υπεραριστερά. Το εύρημα είναι σημαντικό και πρέπει να ερευνηθεί χωρίς πολιτικές εκπτώσεις. Δεν επιτρέπει, όμως, να μετατραπεί μια συγκεκριμένη υποψία σε απόδειξη ότι όλες οι επιθέσεις έχουν κοινό εγκέφαλο. Η Ανυπότακτη Γαλλία αρνήθηκε ότι οργανώνει τη βία. Η άρνηση δεν κλείνει κάθε ερευνητικό ερώτημα, αλλά ούτε η πολιτική αντιπαράθεση υποκαθιστά την απόδειξη οργανωτικής ευθύνης.
Το ίδιο ισχύει για τον όρο «ισλαμιστική». Στις πηγές που εξετάσαμε δεν παρουσιάζεται επαρκής τεκμηρίωση ενιαίου ισλαμιστικού μηχανισμού διοίκησης των συγκεκριμένων ταραχών. Αυτό δεν ισοδυναμεί με πιστοποιητικό απουσίας κάθε ισλαμιστή από κάθε επεισόδιο. Σημαίνει ότι ο γενικός χαρακτηρισμός δεν έχει αποδειχθεί. Επίσης, μουσουλμάνος και ισλαμιστής δεν είναι συνώνυμα, όπως αριστερός διαδηλωτής και οργανωμένος εμπρηστής δεν είναι συνώνυμα. Η πολιτική ακρίβεια αρχίζει από αυτές τις στοιχειώδεις διακρίσεις.
Εκτίμηση: Το κράτος οφείλει να εξετάζει κάθε βίαιο δίκτυο, ανεξάρτητα από ιδεολογικό πρόσημο. Η αποτελεσματική έρευνα αναζητεί συνδέσεις επικοινωνίας, προετοιμασία, χρηματοδότηση και συγκεκριμένες εντολές. Η λέξη «μαρξιστής» δεν είναι ποινικό αδίκημα. Ο εμπρησμός είναι. Όταν μπερδεύουμε τα δύο, αποδυναμώνουμε την ποινική λογοδοσία και μεταφέρουμε τη συζήτηση από τις αποδείξεις στην πολιτική ταυτότητα.
3. Το Σάββατο που δεν χωρά στο σύνθημα «μόνο στρατός»
Δεδομένο: Η συζήτηση στις 26 Οκτωβρίου δεν μπορεί να σταματά στις εικόνες της 17ης. Το BBC, στο ρεπορτάζ της 25ης Οκτωβρίου, κατέγραψε ότι οι διαδηλώσεις του Σαββάτου 24 Οκτωβρίου ήταν κατά κύριο λόγο ειρηνικές, ενώ ακολούθησαν συγκρούσεις. Ανέφερε περισσότερες από 1.300 συλλήψεις σε εθνικό επίπεδο, ανάπτυξη περίπου 70.000 αστυνομικών και 53 τραυματίες αστυνομικούς. Τα μεγέθη δείχνουν σοβαρή δοκιμασία της ασφάλειας, όχι μια χώρα που είχε επιστρέψει πλήρως στην ομαλότητα.
Το ίδιο ρεπορτάζ περιέγραψε μικρότερη ένταση βίας σε σχέση με την προηγούμενη εβδομάδα. Αυτό έχει αναλυτική σημασία, αλλά χρειάζεται προσοχή. Δεν αποδεικνύει από μόνο του ποιο μέτρο απέδωσε περισσότερο. Δεν τεκμηριώνει ότι ο στρατός δεν είχε κανέναν υποστηρικτικό ρόλο, ούτε ότι οι απαγορεύσεις κυκλοφορίας ή οι συλλήψεις εξηγούν εξ ολοκλήρου την εξέλιξη. Για τέτοια συμπεράσματα απαιτούνται λεπτομερή επιχειρησιακά δεδομένα, χρονική σύγκριση και εξέταση εναλλακτικών εξηγήσεων.
Εκτίμηση: Αποδυναμώνεται, πάντως, η παρουσίαση της στρατιωτικής καταστολής ως αυτονόητης και μοναδικής απάντησης. Το «μόνο» είναι ιδιαίτερα απαιτητική λέξη. Προϋποθέτει ότι έχουν αποτύχει όλες οι ρεαλιστικές εναλλακτικές και ότι η προτεινόμενη λύση θα αποδώσει καλύτερα, με αποδεκτό κόστος. Ούτε μια δραματική τηλεοπτική εικόνα ούτε ένας αριθμός συλλήψεων αρκούν για να θεμελιώσουν αυτή την αποκλειστικότητα.
Υπάρχει και ένα δεύτερο δίδαγμα: η ειρηνική διαδήλωση και η βίαιη δράση μπορούν να εμφανίζονται την ίδια ημέρα, ακόμη και στην ίδια πόλη, χωρίς να αποτελούν την ίδια πράξη. Ένα σοβαρό σχέδιο ασφαλείας πρέπει να προστατεύει την πρώτη και να διακόπτει τη δεύτερη. Αν θεωρήσει όλους τους παρευρισκομένους ενιαίο εχθρό, δυσκολεύει ακριβώς τον διαχωρισμό που χρειάζεται για να απομονώσει τους δράστες.
4. Άλλο Χωροφυλακή, άλλο στρατός σε ρόλο καταστολής
Δεδομένο: Η Γαλλία διαθέτει Εθνική Χωροφυλακή με στρατιωτικό καθεστώς. Συνεπώς, η παρουσία προσωπικού που ανήκει σε στρατιωτικό σώμα δεν σημαίνει αυτόματα ότι μονάδες του στρατού ξηράς ανέλαβαν την αντιμετώπιση διαδηλωτών. Η διαφορά δεν είναι λεκτική λεπτομέρεια. Αφορά την εκπαίδευση, την αποστολή, τη διοικητική υπαγωγή και τα διαθέσιμα μέσα μιας δύναμης που αναπτύσσεται στον δρόμο.
Το άρθρο L1321-1 του γαλλικού Κώδικα Άμυνας προβλέπει ότι οι ένοπλες δυνάμεις δεν ενεργούν στο έδαφος της Δημοκρατίας για ανάγκες πολιτικής άμυνας και ασφάλειας χωρίς νόμιμη επίταξη ή εντολή κινητοποίησης υπό τη μορφή της προβλεπόμενης réquisition. Εξαιρεί από αυτή την πρώτη διάταξη τη Χωροφυλακή, προβλέποντας ειδική εξουσιοδότηση για τη χρήση συγκεκριμένων στρατιωτικών μέσων της στην τήρηση της δημόσιας τάξης. Δεν πρόκειται, επομένως, για έναν χώρο χωρίς κανόνες.
Εκτίμηση: Η φύλαξη μιας κρίσιμης εγκατάστασης ώστε να απελευθερωθούν αστυνομικές δυνάμεις είναι διαφορετική αποστολή από τη διάλυση ενός πλήθους. Η παροχή μεταφορικών μέσων είναι διαφορετική από την ανάθεση άμεσων συλλήψεων. Όποιος προτείνει στρατιωτική συνδρομή οφείλει να περιγράφει συγκεκριμένα τι ζητεί: ποια μονάδα, υπό ποια πολιτική αρχή, με ποιους κανόνες εμπλοκής και για πόσο χρόνο. Διαφορετικά, η λέξη «στρατός» λειτουργεί περισσότερο ως σύμβολο αποφασιστικότητας παρά ως σχέδιο.
Το επιχείρημα υπέρ μιας περιορισμένης συνδρομής δεν πρέπει να απορρίπτεται δογματικά. Σε συνθήκες πραγματικής επιχειρησιακής εξάντλησης, η προστασία υποδομών μπορεί να απαιτεί πρόσθετα μέσα. Το κρίσιμο είναι να τεκμηριωθεί η ανάγκη, να προσδιοριστεί στενά η αποστολή και να παραμείνει ακέραιος ο πολιτικός και δικαστικός έλεγχος. Άλλο η εξαίρεση που υπηρετεί την αποκατάσταση της κανονικότητας και άλλο η εξαίρεση που γίνεται κανονικότητα.
5. Η ισχυρότερη αντίρρηση: και αν η αστυνομία δεν επαρκεί;
Το σοβαρότερο επιχείρημα υπέρ της κλιμάκωσης δεν είναι ιδεολογικό. Είναι πρακτικό: τι συμβαίνει όταν οι επιθέσεις εκδηλώνονται ταυτόχρονα σε πολλές πόλεις, οι διαθέσιμες μονάδες δεν επαρκούν και άνθρωποι ή κρίσιμες υπηρεσίες κινδυνεύουν άμεσα; Μια ανάλυση που δεν απαντά σε αυτό το ερώτημα κινδυνεύει να ακούγεται καθησυχαστική μόνο σε όσους δεν ζουν κοντά στις καταστροφές.
Η άποψή μας: Σε τέτοιες περιστάσεις η κυβέρνηση οφείλει να χρησιμοποιήσει τα νόμιμα και αναγκαία μέσα που διαθέτει. Η προστασία της ζωής δεν είναι διαπραγματεύσιμη. Αυτό μπορεί να περιλαμβάνει αυστηρά οριοθετημένη στρατιωτική υποστήριξη, εφόσον πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις. Δεν συνεπάγεται λευκή επιταγή για πολεμική αντιμετώπιση του πληθυσμού. Η αναγκαιότητα ενός μέτρου κρίνεται από τον συγκεκριμένο κίνδυνο και όχι από τη ρητορική ένταση με την οποία το ζητεί ένας σχολιαστής.
Η αντίστροφη παραδοχή είναι εξίσου αναγκαία. Δεν υπάρχει εγγύηση ότι μια δύναμη με βαρύτερο εξοπλισμό θα πετύχει καλύτερο αποτέλεσμα σε ένα πυκνό αστικό περιβάλλον. Ένας κακός συντονισμός, μια ασαφής εντολή ή ένας δυσανάλογος τραυματισμός μπορεί να πολλαπλασιάσει την ένταση. Πρόκειται για κίνδυνο που πρέπει να σταθμίζεται, όχι για βεβαιότητα ότι κάθε στρατιωτική παρουσία οδηγεί σε εκτροπή. Η σοβαρή πολιτική αποφεύγει και τα δύο εύκολα άκρα.
Υπάρχει, τέλος, το ζήτημα της εξόδου. Μια έκτακτη ανάπτυξη πρέπει να διαθέτει μετρήσιμο στόχο και κριτήρια λήξης. Αν δεν γνωρίζουμε πότε μια αποστολή θεωρείται επιτυχής, δεν έχουμε στρατηγική· έχουμε αόριστη παράταση της έκτακτης ανάγκης. Η αποκατάσταση της ασφάλειας οφείλει να οδηγεί πίσω στην κανονική λειτουργία των θεσμών, όχι να τους παρακάμπτει επ’ αόριστον στο όνομα της προστασίας τους.
Αρχείο, 24 Μαΐου 2026: λεπτομέρεια της πρόσοψης του δημαρχείου της Λιμόζ, πριν από την πυρκαγιά. Benjamin Smith / Wikimedia Commons, CC BY-SA 4.0. Μόνο αλλαγή μεγέθους. Πρωτότυπο και άδεια.
6. Η δύσκολη λύση είναι ένα κράτος που λειτουργεί
Εκτίμηση: Μια πειστική απάντηση στη βία χρειάζεται τέσσερα επίπεδα. Πρώτον, άμεση προστασία των ανθρώπων, των υπηρεσιών έκτακτης ανάγκης και των εγκαταστάσεων που κινδυνεύουν. Δεύτερον, στοχευμένη αστυνομική έρευνα με αποδεικτικό υλικό που μπορεί να σταθεί στο δικαστήριο. Τρίτον, επαρκή λειτουργία της δικαιοσύνης, ώστε η προσαγωγή ή η σύλληψη να μην αποτελεί το τέλος της κρατικής παρέμβασης. Τέταρτον, δημόσια λογοδοσία για τα επιχειρησιακά λάθη και για κάθε καταχρηστική χρήση βίας.
Οι κυβερνητικές παραδοχές για αστοχίες πρέπει να οδηγήσουν σε συγκεκριμένο έλεγχο: πού υπήρχαν πληροφορίες, πώς αξιολογήθηκαν, γιατί έμειναν ευάλωτοι ορισμένοι στόχοι και αν οι ενισχύσεις έφτασαν εγκαίρως. Η πρόσθεση προσωπικού δεν διορθώνει αυτόματα ένα ελαττωματικό σχέδιο. Αν η διοίκηση αποτύχει να μάθει από τις προηγούμενες ημέρες, μπορεί απλώς να επαναλάβει το ίδιο λάθος με περισσότερους ανθρώπους και μεγαλύτερο κόστος.
Παράλληλα, τα κοινωνικά και πολιτικά αιτήματα δεν εξαφανίζονται επειδή σε μια κινητοποίηση εμφανίστηκαν βίαιοι δράστες. Η εξέτασή τους δεν αποτελεί ανταμοιβή της καταστροφής, όπως η δίωξη ενός εμπρηστή δεν αποτελεί καταστολή κάθε διαμαρτυρίας. Μια λειτουργική δημοκρατία μπορεί να κάνει και τα δύο: να διαβουλεύεται με τους ειρηνικούς εκπροσώπους και να διώκει ατομικά όσους παρανομούν. Το δίλημμα «διάλογος ή ασφάλεια» είναι συχνά βολικό, αλλά επιχειρησιακά και πολιτικά φτωχό.
Αυτό δεν σημαίνει διαρκή αναζήτηση κοινωνικού άλλοθι για κάθε καταστροφή. Η φτώχεια, η οργή ή μια πολιτική πεποίθηση δεν καταργούν την προσωπική ευθύνη. Σημαίνει ότι άλλο η τιμωρία μιας πράξης και άλλο η πρόληψη της επανάληψής της. Χωρίς το πρώτο εγκαθίσταται ατιμωρησία. Χωρίς το δεύτερο η πολιτεία καταδικάζεται να επαναλαμβάνει έκτακτες κινητοποιήσεις, χωρίς να μειώνει ουσιαστικά τις συνθήκες μέσα στις οποίες η βία βρίσκει ακροατήριο και χώρο.
Η τελική μας θέση: Η Γαλλία χρειάζεται αποφασιστική, νόμιμη και ελεγχόμενη κρατική ισχύ. Χρειάζεται προστασία των πολιτών χωρίς συλλογική ενοχοποίηση, διερεύνηση εξτρεμιστικών δικτύων χωρίς ιδεολογικά τεκμήρια ενοχής και πραγματικές ποινικές συνέπειες για αποδεδειγμένα εγκλήματα. Η στρατιωτική συνδρομή μπορεί να εξετάζεται ως συγκεκριμένο εργαλείο εξαιρετικής ανάγκης. Δεν τεκμηριώνεται ως η μόνη λύση, ούτε μετατρέπεται σε ολοκληρωμένο σχέδιο επειδή περιγράφεται με μεγαλύτερη οργή.
Η ισχύς της Δημοκρατίας δεν μετριέται μόνο από το πόσους άνδρες μπορεί να αναπτύξει. Μετριέται από το αν ξέρει ποιον προστατεύει, ποια πράξη διώκει, με ποια στοιχεία ενεργεί και πότε σταματά. Να υποχωρήσει απέναντι στη βία θα ήταν αποτυχία. Να εγκαταλείψει τη διάκριση ανάμεσα στον πολίτη και στον ένοχο θα ήταν μια διαφορετική, εξίσου σοβαρή αποτυχία.
Με λίγα λόγια
- Οι εμπρησμοί και οι λεηλασίες απαιτούν άμεση επιβολή του νόμου.
- Δεν έχει αποδειχθεί ενιαίο «ισλαμιστικό–μαρξιστικό» κέντρο των συγκεκριμένων ταραχών.
- Η Χωροφυλακή δεν ταυτίζεται επιχειρησιακά με τον στρατό ξηράς.
- Ενδεχόμενη στρατιωτική συνδρομή χρειάζεται συγκεκριμένη νόμιμη αποστολή, έλεγχο και όριο.
- Το «μόνο ο στρατός» είναι πολιτικός ισχυρισμός, όχι συμπέρασμα που επιβάλλουν τα διαθέσιμα στοιχεία.

Σχόλια0Πατήστε + για να δείτε ή να γράψετε σχόλιο
Δημοσίευση σχολίου