Οι Έλληνες του Λονδίνου: από τη σφαγή της Χίου στην Αγία Σοφία

από


πλούσιες οικογένειες Χίος


Στη Moscow Road του Μπέισγουότερ, ανάμεσα σε πολυκατοικίες και ξενοδοχεία, στέκεται ένας βυζαντινός τρούλος που δεν ταιριάζει με τίποτα γύρω του. Η Αγία Σοφία του Λονδίνου χτίστηκε το 1877–1882 με χρήματα ανθρώπων που είχαν φύγει από τη Χίο με τα ρούχα που φορούσαν και μέσα σε μισόν αιώνα έλεγχαν το εμπόριο σιταριού της Ρωσίας και του βαμβακιού της Ινδίας. Ποιοι ήταν οι Έλληνες του Σίτι, πώς έγιναν «Βρετανοί», τι άφησαν πίσω τους — και τι σχέση έχει η ιστορία τους με μια μικρή ελληνική βιβλιοθήκη που άνοιξε φέτος στο Κάμντεν.
Ο ελληνορθόδοξος καθεδρικός ναός της Αγίας Σοφίας στη Moscow Road του Μπέισγουότερ, Λονδίνο
Η Αγία Σοφία στη Moscow Road του Μπέισγουότερ, έργο του Τζον Όλντριντ Σκοτ, θεμελιώθηκε το 1877 και εγκαινιάστηκε το 1882· καθεδρικός από το 1922. Φωτογραφία: Hassocks5489 / Wikimedia Commons, CC0.

Πριν από τη Χίο: μια εκκλησία στο Σόχο, 1677

Δεδομένο: οι Έλληνες του Λονδίνου είναι παλαιότεροι απ' όσο νομίζουμε. Το 1674 μια ομάδα Ελλήνων εμπόρων και ναυτικών, με επικεφαλής τον ιερέα Δανιήλ Βούλγαρη, ζήτησε από το Ιδιωτικό Συμβούλιο του Καρόλου Β΄ άδεια «να χτίσουν εκκλησία σε οποιοδήποτε μέρος της πόλης». Η άδεια δόθηκε, ο μητροπολίτης Σάμου Ιωσήφ Γεωργειρήνης από τη Μήλο μάζεψε τα χρήματα, και το 1681 ολοκληρώθηκε στο Hog Lane του Σόχο ένας μικρός ναός της Κοιμήσεως. Ήταν τόσο μακριά από το λιμάνι, όπου ζούσαν οι πιστοί, που πουλήθηκε ήδη το 1682 σε Ουγενότους πρόσφυγες. Το κτίριο κατεδαφίστηκε το 1934· η επιγραφή της θεμελίωσης σώζεται στον νάρθηκα της Αγίας Σοφίας, και ο δρόμος λέγεται από τότε Greek Street. Η πραγματική παροικία όμως γεννήθηκε από μια καταστροφή.

1822: η Χίος αδειάζει, το Σίτι γεμίζει

Λεπτομέρεια από τη Σφαγή της Χίου του Ευγένιου Ντελακρουά, 1824, Λούβρο
Ευγένιος Ντελακρουά, «Σκηνές από τη Σφαγή της Χίου» (λεπτομέρεια), 1824, Λούβρο. Ο πίνακας έκανε τη Χίο υπόθεση της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης· οι επιζώντες έμποροι του νησιού έκαναν το Λονδίνο κέντρο ενός παγκόσμιου δικτύου. Wikimedia Commons, δημόσιος τομέας.

Δεδομένο: τον Απρίλιο του 1822 ο οθωμανικός στόλος και στρατός απάντησαν στην εξέγερση της Χίου με σφαγή που, κατά τις συγκλίνουσες εκτιμήσεις, άφησε περίπου 25.000 νεκρούς και 45.000 αιχμαλώτους που πουλήθηκαν σκλάβοι, σε πληθυσμό 100–120 χιλιάδων. Η Χίος όμως δεν ήταν τυχαίο νησί: η μαστίχα, το μετάξι και τα προνόμια που της είχε δώσει η Πύλη είχαν δημιουργήσει επί αιώνες μια τάξη εμπόρων με γραφεία στη Σμύρνη, την Κωνσταντινούπολη, τη Μασσαλία, το Λιβόρνο και την Οδησσό. Οι οικογένειες αυτές — Ράλλη, Ροδοκανάκη, Σκυλίτση, Σκαραμαγκά, Μαυρογορδάτου, Αργέντη, Πετροκόκκινου, Βλαστού, Ζίζινια, Σεκιάρη — δεν έφυγαν όλες το 1822· αρκετές είχαν ήδη αντιπροσώπους στο εξωτερικό. Αλλά μετά τη σφαγή το κέντρο βάρους μετακινήθηκε οριστικά από το Αιγαίο στις πόλεις της Δύσης, και η πιο σημαντική από αυτές ήταν το Λονδίνο, πρωτεύουσα του ελεύθερου εμπορίου και της μεγαλύτερης ναυτικής δύναμης του κόσμου.

Οι αδελφοί Ράλλη είναι το πιο καθαρό παράδειγμα. Πέντε γιοι του Στέφανου Ράλλη από τη Χίο — Ζαννής, Αυγουστής, Παντιάς, Τουμαζής και Ευστράτιος — μοιράστηκαν τον κόσμο: Λονδίνο, Μάντσεστερ, Μασσαλία, Οδησσό, Κωνσταντινούπολη. Το κατάστημα του Λονδίνου χρονολογείται από το 1818, αν και οι εμπορικοί κατάλογοι καταγράφουν συναφείς επωνυμίες στις αρχές της δεκαετίας του 1820. Ο Παντιάς Ράλλης (1793–1865), που οι Έλληνες του Σίτι αποκαλούσαν «Δία», μετέτρεψε έναν οικογενειακό οίκο σε κάτι που δεν είχε ξαναδεί το ελληνικό εμπόριο: σιτάρι από τη νότια Ρωσία μέσω Ταγκανρόγκ και Οδησσού, βαμβάκι και γιούτα από την Ινδία μετά το άνοιγμα των γραφείων της Καλκούτας (1851) και της Βομβάης, υφάσματα του Μάντσεστερ προς την Ανατολή, γραφείο στη Νέα Υόρκη. Στην ακμή του, γύρω στο 1900, ο οίκος απασχολούσε κατά τις εκτιμήσεις περίπου 4.000 υπαλλήλους και δεκάδες χιλιάδες εργάτες στην Ινδία, με κανονισμό λειτουργίας που απαγόρευε στους υπαλλήλους ακόμη και να παντρευτούν χωρίς άδεια της εταιρείας. Μαζί τους ανέβηκαν και άλλοι: οι Ροδοκανάκη στο σιτάρι, οι Ιονίδη στο ύφασμα, οι Βαλλιάνοι της Κεφαλονιάς στη ναυτιλία — ο Παναγής Βαλλιάνος, που εγκαταστάθηκε στο Λονδίνο το 1858, έφτασε να δικαστεί με την Τράπεζα της Αγγλίας ως τη Βουλή των Λόρδων στα τέλη της δεκαετίας του 1880 και να αφήσει τα χρήματα για την Εθνική Βιβλιοθήκη της Αθήνας.

Εκτίμηση: το «μυστικό» της επιτυχίας δεν ήταν το κεφάλαιο αλλά η εμπιστοσύνη. Σε μια εποχή χωρίς τηλέγραφο ως το 1850 και χωρίς διεθνές εμπορικό δίκαιο, ο μόνος τρόπος να στείλεις φορτίο σιταριού από το Ταγκανρόγκ στο Λίβερπουλ με ασφάλεια ήταν να έχεις στο Ταγκανρόγκ τον αδελφό σου και στο Λίβερπουλ τον γαμπρό σου. Οι Χιώτες παντρεύονταν μεταξύ τους σχεδόν αποκλειστικά, ακριβώς γι' αυτό.

Από το Finsbury Circus στο Μπέισγουότερ

Δεδομένο: η παροικία οργανώθηκε επίσημα το 1837 ως «Ελληνική Αδελφότης» και το 1849–50 έχτισε στο London Wall, στο Finsbury Circus, τον ναό του Σωτήρος, δίπλα στα γραφεία των εμπόρων. Το 1842 εξασφάλισε δικό της τμήμα στο κοιμητήριο του Γουέστ Νόργουντ, όπου σήμερα σώζονται πάνω από εκατό μαυσωλεία — τα περισσότερα Ράλλη, με το παρεκκλήσι του Αγίου Στεφάνου (1872) να είναι το επιβλητικότερο. Όσο όμως οι οικογένειες πλούτιζαν, μετακόμιζαν δυτικά, στο Μπέισγουότερ, το Κένσινγκτον και το Χόλαντ Παρκ, μακριά από το Σίτι. Το 1877 τέθηκε ο θεμέλιος λίθος της Αγίας Σοφίας στη Moscow Road, σε σχέδια του Τζον Όλντριντ Σκοτ, με τη χρηματοδότηση των Ράλλη, των Ροδοκανάκη, των Ιονίδη και των υπολοίπων· εγκαινιάστηκε το 1882, στοίχισε περίπου 50.000 λίρες της εποχής και διακοσμήθηκε στα επόμενα χρόνια με ψηφιδωτά και μάρμαρα που θύμιζαν στους χορηγούς την Κωνσταντινούπολη που δεν είχαν δει ποτέ. Το 1922 έγινε καθεδρικός της νεοσύστατης Αρχιεπισκοπής Θυατείρων.

Το Λονδίνο δεν ήταν μόνο του. Στο Μάντσεστερ, την πρωτεύουσα του βαμβακιού, οι ελληνικοί εμπορικοί οίκοι έφτασαν τη δεκαετία του 1860 να ξεπερνούν τους εκατόν πενήντα και έχτισαν το 1861 τον ναό του Ευαγγελισμού στο Σάλφορντ — μια ελληνική παροικία τόσο ισχυρή που ο Φρίντριχ Ένγκελς, ο οποίος δούλευε στο ίδιο κλάδο στην ίδια πόλη, την αναφέρει στην αλληλογραφία του. Στο Λίβερπουλ, το λιμάνι του αμερικανικού βαμβακιού, ο Άγιος Νικόλαος (1870) στήθηκε με τα ίδια χιώτικα ονόματα. Λονδίνο, Μάντσεστερ και Λίβερπουλ ήταν τα τρία σημεία ενός τριγώνου που έδενε τον Ατλαντικό με τη Μαύρη Θάλασσα και τον Ινδικό, και στις τρεις γωνίες του η γλώσσα των λογιστηρίων ήταν τα ελληνικά.

Πώς έγιναν Βρετανοί: Ιονίδη, Ζαμπάκο, Ράλλη

Σπουδή προφίλ της Μαρίας Ζαμπάκο από τον Έντουαρντ Μπερν-Τζόουνς
Έντουαρντ Μπερν-Τζόουνς, σπουδή της Μαρίας Ζαμπάκο (το γένος Κασσαβέτη), 1870. Κόρη εμπόρου του Μάντσεστερ και ανιψιά των Ιονίδη, έγινε η μούσα και ο έρωτας του ζωγράφου· η ίδια σπούδασε γλυπτική στο Παρίσι με τον Ροντέν. Wikimedia Commons, δημόσιος τομέας.

Δεδομένο: η ένταξη στη βρετανική κοινωνία προχώρησε σταδιακά και δεν είχε την ίδια μορφή για όλους. Οι γιοι της δεύτερης γενιάς πήγαν σε αγγλικά ιδιωτικά σχολεία και στην Οξφόρδη, πήραν βρετανική υπηκοότητα και έπαιξαν κρίκετ· ο Παντελής Ράλλης, ανιψιός του «Δία», εξελέγη Φιλελεύθερος βουλευτής του Μπρίντπορτ το 1875–1880 και του Γουόλινγκφορντ το 1880–85 — από τους πρώτους Έλληνες στη Βουλή των Κοινοτήτων. Η οικογένεια Ιονίδη, με αρχηγό τον Αλέξανδρο Κωνσταντίνου Ιονίδη (1810–1890), έμπορο υφασμάτων από την Κωνσταντινούπολη, μετέτρεψε το σπίτι της στο Χόλαντ Παρκ σε σαλόνι της βικτωριανής τέχνης: ο Ουίσλερ, ο Ροσέτι, ο Μπερν-Τζόουνς, ο Ουίλιαμ Μόρις ήταν τακτικοί· ο γιος Κωνσταντίνος κληροδότησε το 1900 στο Μουσείο Βικτωρίας και Αλβέρτου 1.138 έργα, από Μποτιτσέλι ως Ντεγκά, με τον όρο να μην διασκορπιστούν ποτέ. Η ανιψιά τους Μαρία Ζαμπάκο, το γένος Κασσαβέτη, έγινε η πιο διάσημη μούσα των Προραφαηλιτών και η αιτία της απόπειρας αυτοκτονίας του Μπερν-Τζόουνς στο Ρίτζεντς Κανάλ το 1869. Η κοινωνική άνοδος, πάντως, δεν πρέπει να συγχέεται με την εμπειρία όλων: η παροικία περιλάμβανε και υπαλλήλους των οίκων με 80 λίρες τον χρόνο, ναυτικούς του Ρόδερχαϊθ, ράφτες και μικρεμπόρους, που δεν είχαν ούτε μαυσωλείο στο Νόργουντ ούτε όνομα σε ψηφιδωτό.

Εκτίμηση: οι Χιώτες του Λονδίνου έγιναν Βρετανοί με τον πιο βρετανικό τρόπο — μέσω του σχολείου, της γης και της Βουλής — αλλά κράτησαν τρία πράγματα: την εκκλησία, τον ενδογαμικό γάμο ως τη δεκαετία του 1920 και την Ελλάδα ως αποδέκτη ευεργεσίας. Τα χρήματα των Ράλλη έχτισαν νοσοκομεία και σχολεία στη Χίο, του Βαλλιάνου την Εθνική Βιβλιοθήκη, των Ροδοκανάκη ιδρύματα στη Σύρο. Ήταν πατριώτες εξ αποστάσεως, όπως σχεδόν κάθε ελληνική διασπορά πριν και μετά.

Το τέλος των οίκων, η αρχή των άλλων

Δεδομένο: ο 20ός αιώνας διέλυσε το μοντέλο. Η ρωσική επανάσταση έκλεισε την Οδησσό και το Ταγκανρόγκ, η ινδική ανεξαρτησία άλλαξε τους όρους στην Καλκούτα, και το τηλέφωνο και το τηλέτυπο έκαναν περιττό τον αδελφό στο λιμάνι. Οι Ralli Brothers πέρασαν το 1961 σε βρετανικά χέρια και το όνομα έσβησε από το Σίτι τη δεκαετία του 1980, 160 χρόνια μετά την ίδρυση. Οι Ροδοκανάκη, οι Σκυλίτση, οι Ιονίδη απορροφήθηκαν στη βρετανική ανώτερη τάξη και σήμερα οι απόγονοί τους έχουν, ως επί το πλείστον, μόνο το επώνυμο ελληνικό. Στη θέση τους ήρθαν άλλοι Έλληνες: οι εφοπλιστές μετά τον πόλεμο, με τους Νιάρχο, Ωνάση, Γουλανδρή και Εμπειρίκο να κάνουν το Λονδίνο ναυτιλιακή πρωτεύουσα των Ελλήνων· οι Ελληνοκύπριοι της δεκαετίας του 1950 και, μαζικά, μετά το 1974, που έκαναν το Γκριν Λέινς και το Πάλμερς Γκριν τη μεγαλύτερη ελληνόφωνη συνοικία της Ευρώπης εκτός Ελλάδας και Κύπρου· και, μετά το 2010, οι νέοι της κρίσης — γιατροί του NHS, μηχανικοί, ερευνητές, στελέχη του Σίτι. Στην απογραφή του 2021 οι γεννημένοι στην Ελλάδα κάτοικοι Αγγλίας και Ουαλίας ξεπερνούσαν, κατά τις εκτιμήσεις, τις 60.000, χωρίς να υπολογίζονται οι εκατοντάδες χιλιάδες ελληνοκυπριακής καταγωγής.

Και στις 30 Σεπτεμβρίου 2026 η Ελληνική Βιβλιοθήκη του Λονδίνου, που ξεκίνησε το 2017 με λίγα βιβλία που εθελοντές κουβαλούσαν σε καφέ, ανακοίνωσε ότι απέκτησε για πρώτη φορά μόνιμη στέγη: τρίτος όροφος, 2–4 Camden High Street, δύο λεπτά από τον σταθμό Mornington Crescent. Περισσότερα από 6.500 βιβλία για ενήλικες και περίπου 1.000 για παιδιά, 480 και πλέον μέλη, είκοσι εθελοντές, και ωράριο που εξαρτάται από το ποιος μπορεί να ανοίξει.

Η άποψή μας

Ανάμεσα στην Αγία Σοφία του Μπέισγουότερ και στον τρίτο όροφο του Κάμντεν μεσολαβούν 150 χρόνια και μια αντιστροφή. Οι Χιώτες του 1877 έχτισαν ναό 50.000 λιρών γιατί ήθελαν να δείξουν στο Λονδίνο ότι έφτασαν· οι Έλληνες του 2026 νοικιάζουν έναν όροφο γιατί θέλουν τα παιδιά τους να μην ξεχάσουν από πού ήρθαν. Η άποψή μας είναι ότι η δεύτερη ανάγκη είναι πιο επείγουσα και πιο δική μας από την πρώτη. Η Ελλάδα έχασε στην κρίση του 2010–2020, κατά τις πιο συντηρητικές εκτιμήσεις, πάνω από 400.000 ανθρώπους, κυρίως νέους και μορφωμένους, και ένα μεγάλο μέρος τους ζει στη Βρετανία. Το ελληνικό κράτος τους αντιμετωπίζει εναλλάξ ως απώλεια, ως «πρεσβευτές» και ως ψηφοφόρους — η επιστολική ψήφος των αποδήμων, που ψηφίστηκε τον Μάρτιο του 2026, είναι το πρώτο θεσμικό βήμα εδώ και δεκαετίες — αλλά σπάνια ως κοινότητα που χρειάζεται σχολεία, βιβλία και δασκάλους για να παραμείνει ελληνική στη δεύτερη γενιά. Οι Ράλλη έγιναν Βρετανοί σε δύο γενιές με όλα τα χρήματα του κόσμου· τα παιδιά του Κάμντεν θα γίνουν σε μία, αν το μόνο ελληνικό που τους μένει είναι το επώνυμο. Το αντεπιχείρημα είναι τίμιο: η αφομοίωση δεν είναι τραγωδία, είναι η φυσική κατάληξη κάθε μετανάστευσης που πετυχαίνει, και οι απόγονοι των Ιονίδη που χάρισαν 1.138 έργα στο V&A δεν είναι λιγότερο «πετυχημένοι» επειδή δεν μιλούν ελληνικά. Σωστό — για εκείνους. Για την Ελλάδα όμως, που είναι από τις ταχύτερα γηράσκουσες χώρες της ΕΕ, κάθε παιδί στο Λονδίνο που διαβάζει ελληνικά είναι ένα παιδί που μπορεί μια μέρα να γυρίσει. Μια βιβλιοθήκη εθελοντών δεν αρκεί. Είναι όμως το μόνο που, προς το παρόν, υπάρχει.

Σύνταξη SAROTIKA

Σημερινά Πρωτοσέλιδα

Φόρτωση…
–

…

Εορτολόγιο

Σήμερα

Σήμερα γιορτάζουν: …

Χρόνια πολλά σε όσες και όσους γιορτάζουν!

Σχόλια0Πατήστε + για να δείτε ή να γράψετε σχόλιο

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Πυραμίδες: τις έχτισαν εργάτες με μισθό σε ψωμί, όχι σκλάβοι

Παρθενώνας: κόστος, χρυσός, λεηλασίες — σε αριθμούς

Μπάλα και μπάσκετ, Ελλάδα και Ευρώπη: η «ένοχη» Σίτι, η Εθνική που δεν χάνει, ο αήττητος Παναθηναϊκός και το ντέρμπι