- Αρχική
- Ήταν Έλληνας ο Αλέξανδρος; Τι λένε οι πηγές, η Πέλλα, η Βεργίνα
Ήταν Έλληνας ο Αλέξανδρος; Τι λένε οι πηγές, η Πέλλα, η Βεργίνα
Πέθανε στη Βαβυλώνα τον Ιούνιο του 323 π.Χ., στα 32 του, έχοντας φτάσει ως τον Ινδό και τον Ύφαση χωρίς να χάσει μάχη. Δυόμισι χιλιάδες χρόνια αργότερα, το ερώτημα «ήταν Έλληνας ο Αλέξανδρος;» ακούγεται ακόμη — όχι στα πανεπιστήμια, όπου έχει ουσιαστικά απαντηθεί, αλλά στην πολιτική, όπου κάθε τόσο ξαναγεννιέται. Εδώ θα μείνουμε στα τεκμήρια: τι λένε οι αρχαίες πηγές, τι βγήκε από το χώμα της Πέλλας και της Βεργίνας, τι είπε ο ίδιος ο Αλέξανδρος για τον εαυτό του και πού ακριβώς διαφωνούν — και πού όχι — οι σύγχρονοι ιστορικοί. Και στο τέλος, γιατί η απάντηση δεν αρκεί για να λύσει μόνη της το πρόβλημα που ξανάνοιξε στα Σκόπια αυτόν τον Οκτώβριο.

Η καταγωγή: η κρίση των ελλανοδικών
Δεδομένο: οι Αργεάδες, η δυναστεία της Μακεδονίας, υποστήριζαν ότι κατάγονταν από τους Τημενίδες του Άργους και, μέσω αυτών, από τον Ηρακλή. Το παλαιότερο τεκμήριο είναι του Ηροδότου, που έγραφε γύρω στο 430 π.Χ. Στο 8.137–139 αφηγείται τον μύθο των τριών αδελφών από το Άργος που έφτασαν στη Μακεδονία, και στο 5.22 κάτι πιο συγκεκριμένο: ο Αλέξανδρος Α΄, πρόγονος του Μεγάλου, θέλησε να αγωνιστεί στην Ολυμπία, όπου γίνονταν δεκτοί μόνο Έλληνες. Οι αντίπαλοί του διαμαρτυρήθηκαν ότι «οὐ βαρβάρων ἀγωνιστέων εἶναι τὸν ἀγῶνα ἀλλὰ Ἑλλήνων»· οι ελλανοδίκες εξέτασαν την καταγωγή του και, γράφει ο Ηρόδοτος, «ἐπειδὴ ἀπέδεξε ὡς εἴη Ἀργεῖος, ἐκρίθη τε εἶναι Ἕλλην» — αφού απέδειξε ότι ήταν Αργείος, κρίθηκε Έλληνας και έτρεξε στο στάδιο ισόπαλος με τον πρώτο. Ο Ηρόδοτος προσθέτει ότι ο ίδιος «τυγχάνει ἐπιστάμενος» πως οι Αργεάδες είναι Έλληνες. Δύο πράγματα αξίζει να κρατήσουμε από το χωρίο, και τα δύο: ότι υπήρξε αμφισβήτηση — άρα οι Μακεδόνες δεν ήταν αυτονόητα «δικοί μας» για τους νότιους του 5ου αιώνα — και ότι η αμφισβήτηση κρίθηκε από το πιο αρμόδιο όργανο του ελληνικού κόσμου υπέρ τους.
Η γλώσσα: το μολύβδινο φύλλο της Πέλλας
Δεδομένο: για δεκαετίες το ισχυρότερο επιχείρημα των σκεπτικιστών ήταν ότι οι επιγραφές της Μακεδονίας είναι μεν ελληνικές, αλλά σε αττική κοινή — τη γλώσσα της αυλής και της διοίκησης — και άρα δεν λένε τι μιλούσε ο απλός Μακεδόνας. Το 1986, σε τάφο της Πέλλας, βρέθηκε η απάντηση: ένα τυλιγμένο μολύβδινο φύλλο, ένας «κατάδεσμος», δηλαδή μαγική κατάρα, που μια γυναίκα ονόματι Φίλα (ή Δαγίνα) έθαψε για να εμποδίσει τον γάμο του Διονυσοφώντα με τη Θετίμα. Δημοσιεύθηκε το 1993 και χρονολογείται γύρω στο 375–350 π.Χ., μια γενιά πριν από τον Αλέξανδρο. Είναι γραμμένο σε ελληνική διάλεκτο της βορειοδυτικής δωρικής ομάδας, με τύπους που δεν υπάρχουν στην αττική και δεν θα τους έγραφε κάποιος που «μιμούνταν» τη γλώσσα της αυλής. Οι περισσότεροι γλωσσολόγοι το θεωρούν σήμερα το αποφασιστικό τεκμήριο ότι η αρχαία μακεδονική ήταν ελληνική διάλεκτος, συγγενική με τη θεσσαλική και τις βορειοδυτικές.
Τα υπόλοιπα συγκλίνουν. Τα ονόματα των Μακεδόνων — Φίλιππος, Αλέξανδρος, Πτολεμαίος, Αντίγονος, Περδίκκας, Αμύντας, Κλεοπάτρα, Ευρυδίκη — είναι σχεδόν στο σύνολό τους διαφανούς ελληνικής ετυμολογίας· οι μήνες του μακεδονικού ημερολογίου (Δίος, Ξανδικός, Λώιος) είναι ελληνικοί· οι θεοί είναι ο Δίας, ο Ηρακλής, ο Διόνυσος, η Άρτεμις· τα νομίσματα, οι αφιερώσεις και οι επιτύμβιες στήλες είναι όλα στα ελληνικά, χωρίς ούτε μία επιγραφή σε άλλη γλώσσα. Οι «μακεδονικές» λέξεις του λεξικογράφου Ησυχίου — ο Φίλιππος λεγόταν και «Βίλιππος» — δείχνουν φωνητική απόχρωση διαλέκτου, όχι άλλη γλώσσα.
Η Βεργίνα: τι βρήκε ο Ανδρόνικος

Δεδομένο: τον Νοέμβριο του 1977 ο Μανόλης Ανδρόνικος άνοιξε στη Μεγάλη Τούμπα της Βεργίνας — τις αρχαίες Αιγές, πρώτη πρωτεύουσα των Μακεδόνων — τον ασύλητο τάφο ΙΙ: χρυσή λάρνακα 11 κιλών με το δεκαεξάκτινο αστέρι, χρυσό στεφάνι βελανιδιάς, πανοπλία, ελεφαντοστέινες προσωπογραφίες, την τοιχογραφία του κυνηγιού. Ο Ανδρόνικος τον απέδωσε στον Φίλιππο Β΄, πατέρα του Αλεξάνδρου· μέρος της επιστημονικής κοινότητας προτιμά τον ετεροθαλή αδελφό του Αλεξάνδρου, Φίλιππο Γ΄ Αρριδαίο, και η συζήτηση συνεχίζεται ως σήμερα με ανθρωπολογικές μελέτες των οστών. Για το ερώτημά μας, όμως, η ταυτότητα του νεκρού δεν αλλάζει τίποτα: ο διπλανός τάφος της Περσεφόνης έχει την ωραιότερη σωζόμενη ελληνική ζωγραφική του 4ου αιώνα, το θέατρο όπου δολοφονήθηκε ο Φίλιππος το 336 π.Χ. είναι ελληνικό θέατρο, το ανάκτορο των Αιγών είναι το μεγαλύτερο κτίριο της κλασικής Ελλάδας, και κάθε αντικείμενο, κάθε γράμμα, ανήκει στον ίδιο κόσμο με την Αθήνα και την Ολυμπία. Το 1996 οι Αιγές εγγράφηκαν στα μνημεία παγκόσμιας κληρονομιάς της UNESCO.
Τι είπε ο ίδιος: η επιγραφή του Γρανικού

Δεδομένο: μετά την πρώτη του νίκη στην Ασία, στον Γρανικό τον Μάιο του 334 π.Χ., ο Αλέξανδρος έστειλε στην Αθήνα 300 περσικές πανοπλίες ως ανάθημα στην Αθηνά, με εντολή να χαραχθεί η επιγραφή που διασώζει ο Αρριανός (Ἀλεξάνδρου Ἀνάβασις 1.16.7): «Ἀλέξανδρος Φιλίππου καὶ οἱ Ἕλληνες πλὴν Λακεδαιμονίων ἀπὸ τῶν βαρβάρων τῶν τὴν Ἀσίαν κατοικούντων». Δεν γράφει «οι Μακεδόνες και οι Έλληνες»· γράφει «ο Αλέξανδρος και οι Έλληνες», και εξαιρεί ονομαστικά μόνο τους Σπαρτιάτες, που είχαν αρνηθεί να συμμετάσχουν. Η εκστρατεία είχε κηρυχθεί από το συνέδριο της Κορίνθου το 337 π.Χ. ως πανελλήνια εκδίκηση για την εισβολή του Ξέρξη· ο Αλέξανδρος θυσίασε στην Τροία στον τάφο του Αχιλλέα, από τον οποίο θεωρούσε ότι καταγόταν μέσω της μητέρας του, κουβαλούσε την Ιλιάδα στη διόρθωση του Αριστοτέλη και, κατά τον Πλούταρχο, την έβαζε κάτω από το μαξιλάρι του μαζί με ένα εγχειρίδιο. Το ότι αργότερα, στην Περσία, υιοθέτησε περσικά ενδύματα, προσκύνηση και Πέρσες αξιωματούχους, και ότι αυτό εξόργισε τους Μακεδόνες του, δεν αντιφάσκει — δείχνει έναν ηγεμόνα που έχτιζε αυτοκρατορία, όχι κάποιον που αμφέβαλλε ποιος ήταν.
Η αντίθετη πλευρά: Δημοσθένης, Ισοκράτης και ο «άλλος»
Δεδομένο: ο Δημοσθένης αποκάλεσε τον Φίλιππο, στον Γ΄ Φιλιππικό του 341 π.Χ. (9.31), «οὐ μόνον οὐχ Ἕλληνος […] ἀλλ’ οὐδὲ βαρβάρου ἐντεῦθεν ὅθεν καλὸν εἰπεῖν, ἀλλ’ ὀλέθρου Μακεδόνος» — ούτε Έλληνα, ούτε καν βάρβαρο από αξιοπρεπή τόπο, αλλά «όλεθρο Μακεδόνα». Είναι η πιο πολυχρησιμοποιημένη φράση όσων αμφισβητούν την ελληνικότητα των Μακεδόνων, και είναι υβριστική ρητορική πολέμου από τον άνθρωπο που είχε αφιερώσει τη ζωή του στο να πολεμήσει τον Φίλιππο· ο ίδιος ο Δημοσθένης, σε άλλα σημεία, αποκαλούσε και Αθηναίους αντιπάλους του «βαρβάρους». Την ίδια δεκαετία ο Ισοκράτης, στον λόγο «Φίλιππος» του 346 π.Χ., έγραφε στον Μακεδόνα βασιλιά ότι είναι Ηρακλείδης και τον καλούσε να ενώσει τους Έλληνες εναντίον των Περσών, διακρίνοντας μάλιστα τη δυναστεία από τον λαό της με τρόπο που δείχνει πώς έβλεπε ένας Αθηναίος διανοούμενος τη Μακεδονία: βασιλείς Έλληνες, υπήκοοι λιγότερο «πολιτισμένοι». Αυτό το δεύτερο στοιχείο είναι το πραγματικό αντεπιχείρημα και πρέπει να το πούμε καθαρά: οι Μακεδόνες ήταν μοναρχία σε έναν κόσμο πόλεων-κρατών, έπιναν άκρατο οίνο, κυνηγούσαν, πολυγαμούσαν στην αυλή, δεν είχαν συμμετάσχει στους Περσικούς πολέμους με τη σωστή πλευρά, και οι νότιοι τους έβλεπαν συχνά ως χωριάτες «στα όρια». Η διαφορά όμως ήταν πολιτισμική και πολιτική, του τύπου που χώριζε και τους Αθηναίους από τους Αιτωλούς ή τους Ηπειρώτες — όχι γλωσσική ή θρησκευτική.
Τι λένε οι ιστορικοί — και πού πραγματικά διαφωνούν
Δεδομένο: ο Βρετανός N. G. L. Hammond, συγγραφέας της τρίτομης «A History of Macedonia», θεωρούσε τους Μακεδόνες ελληνικό φύλο της βόρειας περιφέρειας που μιλούσε «μια μορφή ελληνικής». Ο Μιλτιάδης Χατζόπουλος, του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, με τα «Macedonian Institutions under the Kings» (1996) και τις μελέτες του για τον κατάδεσμο της Πέλλας, έδειξε από τις επιγραφές ένα βασίλειο με ελληνικούς θεσμούς και ελληνική διάλεκτο. Ο Ian Worthington, βιογράφος του Φιλίππου και του Αλεξάνδρου, δέχεται την ελληνικότητα και των βασιλέων και του λαού. Ο Αμερικανός Eugene Borza, στο «In the Shadow of Olympus» (1990), είναι ο πιο επιφυλακτικός από τους σοβαρούς: υπογραμμίζει ότι η πολιτική και κοινωνική εξέλιξη των Μακεδόνων διέφερε από των πόλεων του Νότου και ότι οι σύγχρονοί τους συχνά τους έβλεπαν ως «άλλους» — αλλά ακόμη και ο Borza δέχθηκε, μετά την Πέλλα, ότι η γλώσσα τους ήταν ελληνική διάλεκτος και επέκρινε τη χρήση του έργου του από σύγχρονους εθνικισμούς, από όποια πλευρά των συνόρων. Εκτίμηση: η επιστημονική συζήτηση δεν είναι «Έλληνες ή όχι». Είναι «πόσο διαφορετικός ήταν ο μακεδονικός πολιτισμός από τον αθηναϊκό» — μια νόμιμη και ενδιαφέρουσα συζήτηση, που δεν αλλάζει το βασικό συμπέρασμα. Όποιος σήμερα παρουσιάζει το ερώτημα ως ανοιχτό μεταξύ των ιστορικών είτε δεν τους έχει διαβάσει είτε έχει άλλον σκοπό.
Δεδομένο: η πιο χειροπιαστή απόδειξη του τι ήταν ο Αλέξανδρος είναι το τι άφησε πίσω του. Η γλώσσα που διέδωσε από τη Μακεδονία ως τον Ινδό δεν ήταν «μακεδονική» αλλά η ελληνική Κοινή, η οποία έγινε η γλώσσα διοίκησης των ελληνιστικών βασιλείων, της μετάφρασης των Εβδομήκοντα στην Αλεξάνδρεια και, τρεις αιώνες αργότερα, της Καινής Διαθήκης. Ίδρυσε ή επανίδρυσε δεκάδες πόλεις με το όνομά του, από την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου με τη Βιβλιοθήκη και τον Φάρο της ως την Αλεξάνδρεια Εσχάτη στο σημερινό Τατζικιστάν. Στο Άι Χανούμ του Αφγανιστάν βρέθηκαν γυμνάσιο, θέατρο και στήλη με τα δελφικά παραγγέλματα, 5.000 χιλιόμετρα από τους Δελφούς· στη Γκαντάρα οι πρώτοι ανθρωπόμορφοι Βούδες έχουν πρόσωπο Απόλλωνα. Ένας βασιλιάς που δεν ήταν Έλληνας δεν θα είχε κάνει τον κόσμο ελληνόφωνο.
Από τον Τίτο στις Πρέσπες: πώς φτάσαμε ως εδώ
Δεδομένο: η περιοχή που σήμερα λέγεται Βόρεια Μακεδονία μπήκε στη Σερβία το 1913 ως «Νότια Σερβία» και στον Μεσοπόλεμο λεγόταν διοικητικά «Βαρντάρσκα Μπανοβίνα». Στις 2 Αυγούστου 1944, στο μοναστήρι Πρόχορ Πτσίνσκι, το αντιφασιστικό συμβούλιο των παρτιζάνων του Τίτο ανακήρυξε «Δημοκρατική Ομοσπονδιακή Μακεδονία» μέσα στη νέα Γιουγκοσλαβία, και το 1945 μια επιτροπή γλωσσολόγων κωδικοποίησε επίσημη «μακεδονική» γλώσσα από τις τοπικές σλαβικές διαλέκτους, με αλφάβητο σερβικού τύπου. Αντίδραση υπήρξε, αλλά από αλλού: στις 26 Δεκεμβρίου 1944 ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Έντουαρντ Στετίνιους έστειλε εγκύκλιο που χαρακτήριζε τον λόγο περί «μακεδονικού έθνους» και «μακεδονικής συνείδησης» «αδικαιολόγητη δημαγωγία» και «πιθανό μανδύα επιθετικών προθέσεων κατά της Ελλάδας». Η Ελλάδα εκείνες τις μέρες είχε τα Δεκεμβριανά και ύστερα τον Εμφύλιο· όταν το 1953 υπέγραψε με τη Γιουγκοσλαβία και την Τουρκία το Βαλκανικό Σύμφωνο κατά της σοβιετικής απειλής, η «Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας» ήταν πια θεσμικό γεγονός. Επί σαράντα χρόνια οι ελληνικές κυβερνήσεις διαμαρτύρονταν σποραδικά, μιλούσαν επισήμως για «Σκόπια», και ο κόσμος — στην Ελλάδα και παντού — έλεγε απλώς «Γιουγκοσλαβία». Το ζήτημα έγινε εθνικό μόλις το 1991, όταν η ομόσπονδη δημοκρατία έγινε ανεξάρτητο κράτος με το όνομα «Δημοκρατία της Μακεδονίας», τον Ήλιο της Βεργίνας στη σημαία και άρθρα Συντάγματος που μιλούσαν για «Μακεδόνες» γειτονικών χωρών: συλλαλητήρια του 1992 στη Θεσσαλονίκη και την Αθήνα, ένταξη στον ΟΗΕ το 1993 ως «πΓΔΜ», ελληνικό εμπάργκο 1994–95, Ενδιάμεση Συμφωνία του 1995 επί Ανδρέα Παπανδρέου, βέτο στο ΝΑΤΟ το 2008 επί Κώστα Καραμανλή. Η Συμφωνία των Πρεσπών της 17ης Ιουνίου 2018, που κύρωσε η Βουλή στις 25 Ιανουαρίου 2019 με 153 ψήφους, έδωσε «Βόρεια Μακεδονία» έναντι όλων, συνταγματική αναθεώρηση, ρητή παραίτηση από αλυτρωτισμό και αφαίρεση του Ήλιου της Βεργίνας· σε αντάλλαγμα η Ελλάδα αναγνώρισε «μακεδονική» γλώσσα, με τη ρητή σημείωση ότι ανήκει στις νοτιοσλαβικές, και ιθαγένεια «μακεδονική/πολίτης της Βόρειας Μακεδονίας», ενώ το άρθρο 7 ξεκαθάρισε ότι οι όροι δεν σχετίζονται με τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό της Μακεδονίας. Ο Αλέξης Τσίπρας χαρακτηρίστηκε «προδότης» σε συλλαλητήρια, έχασε τον κυβερνητικό εταίρο του και η Νέα Δημοκρατία καταψήφισε, για να δηλώσει αργότερα ότι η συμφωνία, καλή ή κακή, δεσμεύει.
Εκτίμηση: η δική μας ανάγνωση είναι ότι το θέμα το έκρυψαν κάτω από το χαλί όλοι όσοι κυβέρνησαν από το 1944 ως το 1991, γιατί τους βόλευε: ο Ψυχρός Πόλεμος ήθελε τον Τίτο φίλο, και ένα όνομα σε μια ομόσπονδη δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας φαινόταν φθηνό τίμημα. Όταν το 1991 ο λογαριασμός ήρθε, η χώρα ανακάλυψε ότι το όνομα είχε ήδη σαράντα χρόνια διεθνούς χρήσης πίσω του. Σε αυτό το φως, ο Τσίπρας — αριστερός που δεν είχε κανέναν «εθνικό» λόγο να το κάνει — επιχείρησε αυτό που κανείς δεν είχε τολμήσει: να καρφώσει τη λέξη «Μακεδονία» σε γεωγραφικό προσδιορισμό με βορρά μπροστά, και να το υπογράψουν οι ίδιοι οι γείτονες. Το λάθος του, κατά τη γνώμη μας, δεν ήταν το όνομα· ήταν ότι αναγνώρισε «μακεδονική» γλώσσα και ιθαγένεια χωρίς τα δύο αυτά επίθετα να φέρουν κάποιο διακριτικό, αφήνοντας τη γειτονική πλευρά να χρησιμοποιεί σκέτο «Μακεδόνας» στην καθημερινή της γλώσσα — που είναι ακριβώς ό,τι κάνει ο κ. Μίτσκοσκι σήμερα. Το αντεπιχείρημα είναι διπλό και το καταγράφουμε: πρώτον, χωρίς την αναγνώριση γλώσσας και ιθαγένειας καμία κυβέρνηση στα Σκόπια δεν θα υπέγραφε ποτέ το «Βόρεια», και η εναλλακτική δεν ήταν καλύτερη συμφωνία αλλά καμία συμφωνία, με τη «Δημοκρατία της Μακεδονίας» αναγνωρισμένη από 140 κράτη· δεύτερον, για το ποια είναι αυτή η γλώσσα οφείλουμε ακρίβεια: η σλαβομακεδονική είναι νοτιοσλαβική γλώσσα, μέρος του ίδιου διαλεκτικού συνεχούς με τη βουλγαρική — γι’ αυτό και η Σόφια τη θεωρεί βουλγαρική διάλεκτο — που κωδικοποιήθηκε το 1945 με επιλογές που την απομάκρυναν από τη βουλγαρική και την πλησίασαν στη σερβική. Σερβικό και βουλγαρικό υλικό, λοιπόν, ναι· συστατικό Ρομά, όχι — οι Ρομά είναι μειονότητα 2–3% στη χώρα με δική τους γλώσσα, και το να τους αποδίδουμε τη γλώσσα των γειτόνων είναι ανακρίβεια που δεν βοηθά την ελληνική θέση. Η ελληνική θέση δεν χρειάζεται υπερβολές· χρειάζεται να κρατήσει τους άλλους στα γραμμένα.
Η άποψή μας
Η άποψή μας είναι ότι το ιστορικό ερώτημα έχει κλείσει και το πολιτικό έχει ξανανοίξει — και ότι το χειρότερο λάθος είναι να τα μπερδεύουμε. Ο Αλέξανδρος ήταν Έλληνας Μακεδόνας· το λένε ο Ηρόδοτος, το μολύβι της Πέλλας, οι τάφοι των Αιγών και η δική του επιγραφή στην Αθηνά, και το λένε, με τις αποχρώσεις τους, όλοι οι ιστορικοί που μετρούν. Εκτίμηση: ακριβώς επειδή αυτό είναι βέβαιο, η Ελλάδα δεν έχει ανάγκη να το φωνάζει· έχει ανάγκη να το ξέρει με ακρίβεια, μαζί με τις αποχρώσεις — τον Δημοσθένη, τον Borza, τη διαφορετικότητα της Μακεδονίας — γιατί μόνο έτσι είναι αξιόπιστη όταν μιλά. Και πρέπει να μιλά: στις 2 Οκτωβρίου 2026 η πρόεδρος της Κομισιόν βρέθηκε στα Σκόπια και ο πρωθυπουργός της Βόρειας Μακεδονίας αρνήθηκε ξανά τη συνταγματική αλλαγή που ζητά η Βουλγαρία, τον Δεκέμβριο του 2025 είχε δηλώσει ότι «το όνομα Μακεδονία είναι ιερό» για τον ίδιο, και το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών χρειάστηκε να υπενθυμίσει ότι η συνταγματική ονομασία είναι «Βόρεια Μακεδονία» και ότι η Συμφωνία των Πρεσπών είναι δεσμευτική. Το αντεπιχείρημα που οφείλουμε να καταγράψουμε είναι ότι η ταυτότητα των σημερινών κατοίκων της γειτονικής χώρας, Σλάβων που εγκαταστάθηκαν στην περιοχή τον 6ο–7ο αιώνα μ.Χ., είναι δικό τους ζήτημα και δεν αναιρείται από το ποια γλώσσα μιλούσε ο Φίλιππος — και αυτό ακριβώς ορίζει το άρθρο 7 των Πρεσπών. Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι αν ο Αλέξανδρος ήταν Έλληνας· είναι αν μια συμφωνία που το αναγνωρίζει γραπτώς θα τηρηθεί από όλους όσοι την υπέγραψαν. Η απάντηση σε αυτό δεν βρίσκεται στη Βεργίνα. Βρίσκεται στις Βρυξέλλες, στα Σκόπια και στην Αθήνα, και κρίνεται τώρα.
Σχόλια0Πατήστε + για να δείτε ή να γράψετε σχόλιο
Δημοσίευση σχολίου